Ουδέν σχόλιο…’Η μήπως όχι;

Μέρες τώρα, από την περίφημη ανακοίνωση του ακόμα πιο περίφημου δημοψηφίσματος προσπαθώ να εκφέρω άποψη για όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μου. Και δεν μπορώ. Νιώθω πως δεν έχω να πω τίποτα ή ακόμα χειρότερα αυτοαναιρούμαι αμέσως, προβάλλοντας ένα αντίθετο επιχείρημα. Δεν είναι μόνο εκεί έξω μπάχαλο, είναι και στο μυαλό μας τελικά. Σα να μη ξέρουμε τι να πιστέψουμε, ποιον και κυρίως γιατί.

Ένα δημοψήφισμα που δεν έγινε ποτέ, μια συνάντηση στις Κάννες που έγινε αλλά μάλλον θέλουμε να την ξεχάσουμε, μια παραίτηση που άργησε αρκετές μέρες, εκλογές που ανακοινώθηκαν αλλά «βλέπουμε», μια κυβέρνηση που πήρε 5 μέρες να συσταθεί, ένας πρωθυπουργός μη πολιτικός και ένας λαός μπροστά από μία οθόνη προσπαθώντας να επιλέξει «στρατόπεδο». Οι μεν αυτό, οι δε το άλλο και τελικά το «αυτό» και το «άλλο» έγιναν ένα, τουλάχιστον τύποις. Μεγάλη πρόοδος θα μου πεις αλλά δεν ξέρω αν είναι για καλό. Όλοι από κοντά, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια καρέκλα.

Ερωτήσεις αντικαθίστανται από άλλες ερωτήσεις: Που είναι η αριστερά σε όλα αυτά; Έκανε καλά που δε συναίνεσε; Που δεν πήρε μέρος στην κυβέρνηση σωτηρίας; Μήπως έπρεπε να συμμετέχει; Να έχει πραγματικά λόγο σε όλα αυτά; Να δείξει πως μπορεί να σταθεί όταν της δίνεται κυβερνητικός ρόλος; Αλλά και πάλι, συναινείς με τον ανέκαθεν «αντίπαλο;» Και η αντιπολίτευση; Ποιος θα κάνει αντιπολίτευση όταν δεν μένει κανένας άλλος;

Οι ειδήσεις, οι πληροφορίες γίνονται εξάρτηση. Τα ΜΜΕ, τουλάχιστον τα «παραδοσιακά», σε μια ταλάντευση δίχως τέλος. Πολιτικές και πρόσωπα υποστηρίζονται παθιασμένα για να αναιρεθούν την επόμενη μέρα. Ο ένας «κατάλληλος» αντικαθίσταται από κάποιον «καταλληλότερο». Τα μη παραδοσιακά εκ του παραλλήλου να δείχνουν δυσπιστία προς πάσα ιδέα και κατεύθυνση. Κάπου στο ενδιάμεσο η παραπληροφόρηση, σαν απαραίτητο συστατικό για να είμαστε υπ’ ατμόν. Και λίγη τρομοκρατία σαν αλατοπίπερο. Αν δεν κάνετε αυτό, θα γίνει αυτό το τρομερό. Αν δεν υποστηρίξετε τούτο, θα γίνει το άλλο, το ακόμα πιο τρομερό. Ο φόβος σαν κατασταλτικό στις αντιδράσεις. Σπρώξτε να προχωρήσουμε. Να μην φύγουμε από την Ευρώπη. Να μη γυρίσουμε στη δραχμή. Να συνεχίσουμε να παίρνουμε τις δόσεις μας. Λες και ξέρει κανένας από μας τι πραγματικά σημαίνει το ένα ή το άλλο σενάριο. Λες και μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Και στο ενδιάμεσο μερικές διαρθρωτικές κινήσεις, λίγο «σουλούπωμα», λίγο κούρεμα.

Δεν παίρνω θέση. Δεν υποστηρίζω τον ένα ή τον άλλο. Γίνομαι δύσπιστη μέχρις εσχάτων και μετά, αμέσως μετά, αλλάζω γνώμη και γίνομαι ευκολόπιστη. Βιάζομαι να δώσω «ψήφο εμπιστοσύνης», βιάζομαι να πιστέψω σε σωτήρες. Υποκύπτω στο διάχυτο μεσσιανισμό που ακολουθεί τη νέα κυβέρνηση. Θέλω τόσο πολύ η χώρα να σωθεί, θέλω τόσο πολύ η καθημερινότητα να πάψει να είναι γκρίζα (ή μαύρη), θέλω τόσο πολύ να ορθοποδήσουμε, που βιάζομαι να πιστέψω. Λιγάκι εθελοτυφλώ, λιγάκι πιάνομαι από ελπίδες χωρίς να κοιτάξω την πίσω όψη του νομίσματος. Λέω στον εαυτό μου πως λίγη πίστη πάντα βοηθάει. Ποιον δεν ξέρω, ελπίζω και μένα, και μας.

Μπερδεμένα συναισθήματα. Μπερδεμένες σκέψεις. Τα «καλά νέα» προσκρούουν σε ένα – ακόμα – χαράτσι. Οι συναινέσεις και η κοινή προσπάθεια πέφτουν πάνω στα αυξανόμενα ποσοστά της ανεργίας (ακόμα και τα επίσημα πλέον είναι απογοητευτικά). Τα ελπιδοφόρα νέα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με σκέψεις για κομματικά συμφέροντα. Όσα ακούν τα αυτιά δε συνάδουν με όσα βλέπουν τα μάτια. Ο νέος πρωθυπουργός, η νέα κυβέρνηση. Οι δημοσκοπήσεις, το μη κομματικό κόστος (τουλάχιστον για τον πρώτο) και οι εκλογές που είναι μπροστά λειτουργούν μάλλον υπέρ τους. Προσπαθώ να εκφράσω γνώμη: «Νέα, πως νέα αφού οι μισοί είναι οι ίδιοι;» «Ε, μα πως υπάρχουν και κάποιοι νέοι, υπάρχουν και κάποιοι που δεν περίμενες ποτέ να δεις σε κυβερνητικό σχήμα» «Μα καλά τι ελπίζεις, άλλαξε ο Μανωλιός…» «Η Ευρώπη έχει το λόγο, εκεί παίζεται το παιχνίδι». Καταλήγω πως ίσως και να μη με νοιάζουν τόσο τα πρόσωπα. Με νοιάζει τι θα κάνουν αυτά τα πρόσωπα. Πράξεις επιτέλους και όχι προγραμματικές δηλώσεις επί προγραμματικών δηλώσεων. Όχι άλλα μεγαλόπνοα σχέδια και θριαμβολογίες. Όχι άλλη «ανάπτυξη» στα χαρτιά. Όχι άλλη βαρύτητα στο ποιος αλλά στο τι. Προσπαθώ να ελπίσω πως αυτή τη φορά κάτι να γίνει. Κι ύστερα παύω να κοιτάω το δέντρο και κοιτάω το δάσος. Τι βλέπω; Γκρίζο.  Τι εύχομαι; Να βλέπω λάθος.

 

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 14/11.

 

Should I stay or Should I go?

Ξεκάθαρα και απερίφραστα το λέω από την αρχή: είμαι υπέρ του “go”. Γιατί και να… “stay”, προκοπή δε βλέπω! Όμως όπως κάθε δίλημμα, έχει κι αυτό δύο πλευρές. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καθεμία από αυτές έχει πολύ ισχυρά επιχειρήματα.  Δυστυχώς για μένα δηλαδή.

 

 

Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες της πτώχευσης της χώρας. Κι αν η οικονομική δεν έχει έρθει ακόμα – και μπορεί και να αποφευχθεί εν τέλει, ποτέ δεν ξέρεις – η ηθική καλά κρατεί. Η Ελλάδα «πτωχεύει» καθημερινά. Σε αισιοδοξία, σε ιδέες, σε συναισθήματα, σε ήθος, σε δυναμισμό, σε αναστολές και σε τόσα άλλα που όσο περισσότερο τα σκέφτομαι, τόσο περισσότερο θλίβομαι. Γιατί μπορεί να διαλαλώ με χαρά την αποφασιστικότητα μου περί φυγής, αλλά κακά τα ψέματα. Είναι ο τόπος μου – μας. Τη δική του νοοτροπία «κουβαλώ», τις δικές του διδαχές, τη δική του ιστορία, τη δική του ομορφιά, το δικό του ταπεραμέντο. Όσο και αν εθελοτυφλούμε πολλές φορές, κομμάτι του τόπου αυτού είμαστε και εμείς. Κομμάτι δικό μας είναι και αυτός ο τόπος. Οι μυρωδιές, οι μελωδίες, οι γεύσεις, , οι αναμνήσεις, οι σκέψεις, οι εικόνες της ζωής μας – όλες έχουν το «αποτύπωμα» του.

 
Όμως «κουβαλάμε» και τα δικά του λάθη. Τη δική του πτώση, που αυτή τη στιγμή φαντάζει ανεξέλεγκτη. Και αν όχι τόσο οικονομικά, τουλάχιστον ψυχολογικά. Έχουμε πάρει την κάτω βόλτα και δε βρίσκουμε στηρίγματα. Ο θυμός είναι ένα από αυτά. Και η οργή. Όμως, τα συναισθήματα είναι παροδικά και παροδικά είναι και τα ξεσπάσματα μας. Γιατί και αντιδρούμε και κριτικάρουμε. Όμως τι κάνουμε ουσιαστικά; Ποια η αποτελεσματικότητα μας; Πόσο έχουμε δείξει ότι «δεν πάει άλλο»; Και που είναι ο δρόμος προς την αλλαγή; Μπροστά αχνοφαίνεται μόνο ένα θολό τοπίο. Φυσικά και βεβαιότητες ποτέ δεν υπήρχαν. Φυσικά και το αύριο ήταν πάντα συνυφασμένο με το «άγνωστο». Φυσικά και ο φόβος για το «τι μέλλει γεννέσθαι» υπήρχε ανέκαθεν. Ωστόσο είχαμε στηρίγματα. Πατήματα του παρόντος για να αντικρίζουμε την επόμενη μέρα με πιο αισιόδοξη ματιά. Όλα είναι θέμα ψυχολογίας. Αναρωτιέμαι για παράδειγμα, τι θα γίνει στις επόμενες εκλογές. Μου κινεί ιδιαίτερα την περιέργεια το τι θα κάνει ο «αγανακτισμένος» Έλληνας πολίτης. Θα συνεχίσει να εναλλάσει στην εξουσία τα «δύο μεγάλα κόμματα»;  Θα θυμηθεί; Ή και πάλι, όπως κάνει πάντα, θα ξεχάσει;  Θα τολμήσει; Πως θα αντιδράσει στις προεκλογικές ομιλίες; Θα πιαστεί από διαβεβαιώσεις τύπου «λεφτά υπάρχουν» για να δικαιολογήσει την ψήφο του; Θα κόψει ποτέ τον ομφάλιο λώρο που τον δένει πελατειακά με τα κόμματα ή θα πει «ακόμα μια φορά μήπως και…» μέχρι να ακούσει ένα «μαζί τα φάγαμε» και να εξοργιστεί ξανά;

 

 

Σε αυτό το κλίμα που η σταθερότητα έχει πια καταρριφθεί και που ενισχύεται από τη γκρίνια και τη διάχυτη μιζέρια, φαίνεται πως γινόμαστε μάρτυρες και του νέου κύματος μετανάστευσης. Που ακούγεται εύκολη. Αλλά που δεν είναι καθόλου. Γιατί όσο δελεαστική και αν φαντάζει η προοπτική της εργασίας (μιας οποιαδήποτε εργασίας εδώ που φτάσαμε), η εξασφάλιση ενός καλύτερου βιοτικού επιπέδου και η διεκδίκηση μιας ζωής πιο ανθρώπινης, τα πλην υπάρχουν. Αν κρίνουμε βέβαια από την ανταπόκριση στις θέσεις εργασίας που ανακοίνωσε η Αυστραλιανή  κυβέρνηση, τότε μάλλον αυτά τα πλην ξεθωριάζουν. Αλλά υπάρχουν. Το να αρχίσεις από το μηδέν. Το να αφήσεις πίσω τους δεσμούς που έχτισες επί χρόνια. Το να αντέχεις μόνος. Το να μάθεις να επιβιώνεις σε ένα τελείως ξένο περιβάλλον, με ολότελα διαφορετική κουλτούρα και νοοτροπία. Και γλώσσα. Το να προσαρμοστείς σε ένα τόπο που δε θα γίνεσαι πάντα δεκτός με τα φιλικότερα των αισθημάτων. Και τόσα άλλα που ορθώνονται ως ανασταλτικοί παράγοντες. Πράγματα που απαιτούν ψυχικές αντοχές. Από αυτές που εκλείπουν από όλους μας τον τελευταίο καιρό. Από αυτές που εξαντλούνται καθημερινά. Για να μην γίνει λόγος για τις ενοχικές σκέψεις της φυγής και της «εγκατάλειψης» του τόπου την ώρα που σε χρειάζεται. Το αίσθημα  ότι τείνουμε να αδικούμε την Ελλάδα μας εμείς πρώτοι από όλους, να την κρίνουμε πολύ αυστηρά, προκαλεί μια συνεχή ισοστάθμιση της ζυγαριάς και φέρνει το δίλημμα συνεχώς εμπρός μας… «should we stay or should we go?»

 

*Οι φωτογραφίες είναι από το deviantart.com

*Το κείμενο αυτό πρωτόδημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 3/10.

 

Όποιος είναι άνεργος να σηκώσει το χέρι!

Και όποιος πιστεύει ότι θα είναι σύντομα επίσης. Πόσοι είμαστε; Μας μετράνε, μας ξαναμετράνε και βγαίνουμε πάντα όλο και περισσότεροι. Και να σκεφτείς ότι το νούμερο που καταλήγουν, όσο μεγάλο και… «συγκλονιστικό» κι αν είναι, απέχει χιλιόμετρα από το πραγματικό (που είναι σαφώς μεγαλύτερο).

Υπάρχουν πολλές ομάδες ανέργων που διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους: ηλιακά, κοινωνικά κτλ. Δεν μπορώ να μιλήσω για όλες, μιας και δεν μπορώ να γνωρίζω. Μπορώ όμως να μιλήσω για μία: αυτή των ανέργων που είναι λίγο πριν ή λίγο μετά τα 30. Που έχουν επενδύσει στην παιδεία και την εκπαίδευση τους. Που είναι επί πτυχίω ή πτυχιούχοι ή ακόμα χειρότερα κάτοχοι μεταπτυχιακών, διδακτορικών και λοιπών συναφών – και διόλου ευκαταφρόνητων! – προσόντων. Γνωρίζουν γλώσσες, γνωρίζουν απ’ έξω και ανακατωτά τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και… περιμένουν!

Τι περιμένουν; Ένα θαύμα μάλλον γιατί έχουν την «τύχη» να ζουν σε μια χώρα που τους έχει στερήσει, όχι μόνον τη δυνατότητα να ονειρεύονται για το μέλλον τους, αλλά την ευκαιρία να «αδράξουν» το παρόν τους. Και δεν είναι ότι ζητούν μεγαλεία ή κυνηγούν μια ουτοπία. Η πλειοψηφία αυτών προσβλέπει σε μια δουλειά που θα μπορεί να τους προσφέρει τα προς το ζην, τη δυνατότητα αυτό- συντήρησης και φυσικά αξιοπρέπεια. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό, είναι κάτι παραπάνω – είναι πέρα για πέρα κοινωνικό.

Είναι μια γενιά που είδε τα όνειρα της να καταρρακώνονται. Που είδε τις επαγγελματικές τις προοπτικές να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια της σαν την άμμο. Που είδε τα αύριο της να βάλλονται. Που είδε τις ευκαιρίες να χάνονται. Που είδε την αξία της να αμφισβητείται. Έστω και εμμέσως – για παράδειγμα η κακό-πληρωμένη, η εθελοντική ή η μερικής απασχόλησης εργασία κάθε άλλο παρά αναγνωριστικά λειτουργεί για την αξία και τη δυναμική της γενιάς αυτής. Που προσπάθησε, αγωνίστηκε, πόνεσε, ξενύχτησε, κόπιασε και τελικά έχασε – κυρίως τη διάθεση, τη θέληση αλλά και την υπομονή να παλέψει μέχρι τέλους για «τη νίκη». Γιατί όσο κι αν «η ψυχή της» το θέλει, οι συνθήκες, η διαβίωση, η πραγματικότητα την προσγείωσε και την προσγειώνει δίχως τέλος. Και δίχως έλεος.

Φυσικά και έχει σημασία ποιος φταίει. Μια από τις παθογένειες, άλλωστε, αυτού του τόπου ήταν, είναι και – όλα δείχνουν πως – θα είναι, η ατιμωρησία. Ένα κράτος υπό παράλυση και κανείς δεν έχει πληρώσει γι’ αυτό. Κανείς δεν έχει θεωρηθεί υπεύθυνος. Κανείς δεν έχει δικαστεί, κανείς δεν έχει χάσει κάτι. Μεταβίβαση ευθυνών σε ένα φαύλο κύκλο. Αυτό όμως που τελικά έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία δεν είναι μόνο το «τις πταίει» αλλά και το τι γίνεται από δω και πέρα. Γιατί καλώς ή κακώς δεν μπορούμε όλοι μαζί να επιβιβαστούμε σε μια χρονομηχανή, να πάμε μερικά (ή και αρκετά) χρόνια πίσω και να τα κάνουμε όλα αλλιώς. Είμαστε εδώ. Και περιμένουμε λύσεις. Η κριτική είναι εύκολη, πάντα ήταν. Οι προτάσεις όμως; Εκλείπουν.

Η άνεργη γενιά των 30άρηδων, αυτή που βγήκε στην αγορά εργασίας τη χειρότερη εποχή, φαίνεται να αδιαφορεί, να απέχει. Αντιδρά βέβαια με όποιο τρόπο ξέρει και έχει μάθει (πορείες, καταλήψεις, αγανακτισμένοι) αλλά ως εκεί. Μήπως όμως αυτή η «συμπεριφορά» δεν είναι αδιαφορία αλλά απαξίωση; Γιατί να ενδιαφερθεί για το πολιτικό σύστημα; Γιατί να ενδιαφερθεί για την εναλλαγή των κυβερνήσεων, για την ανάληψη της εξουσίας από άλλα πρόσωπα με – κατά πάσα πιθανότητα – ίδια αντίληψη περί πολιτικής; Γιατί να αναζητήσει τη λύση δια της ψήφου, όταν ξέρει πως οι εκλογές στην ουσία, λίγες αλλαγές θα επιφέρουν; Μπορεί, για παράδειγμα, κάποιος να της εγγυηθεί πως με την εκλογή του θα ξεπεράσει την οικονομική κρίση, θα αποπληρώσει το χρέος, θα της δώσει πεδίο δράσης, θα ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο, θα μειώσει την ανεργία από το – επίσημο – 16% στο ελάχιστο;

Φαίνεται πως οι «σωτήρες» δεν υπάρχουν, αν φυσικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για οποιαδήποτε σωτηρία που δε θα εμπίπτει στην κατηγορία «θαύμα». Μία λύση, μία σανίδα «σωτηρίας» φαίνεται να είναι η μετανάστευση, όμως ακόμα και εκεί, πρακτικά και όχι μόνον, ζητήματα προκύπτουν. Το γεγονός παραμένει. Η νέα γενιά, αυτή που θα έπρεπε να αποτελεί το μέλλον του τόπου, αυτή που θα έπρεπε να προσφέρει για την ανάπτυξη του, αυτή που διανύει τα παραγωγικότερα χρόνια της, αυτή που θα έπρεπε να δημιουργεί, μένει δέσμια των λαθών του παρελθόντος. Καλείται να πληρώσει για αυτά που δεν έπραξε. Καλείται να βγει στην επιφάνεια, τώρα που το καράβι βουλιάζει, χωρίς ούτε ένα σωσίβιο.

Σκεφτόμουν όλα αυτά που εκτυλίσσονται γύρω μου. Τη χώρα που είναι υπό κατάρρευση. Το κλίμα που είναι όλο και χειρότερο. Τη γκρίνια, τη μιζέρια και την κακοδιάθεση που συνοδεύει τις μέρες μας. Σκεφτόμουν πως ήρθε το φθινόπωρο (μια εποχή που αγαπώ ιδιαίτερα) και έφερε μαζί του και όλα αυτά που το κάνουν ομορφότερο: δροσούλα, πρωτοβρόχια, λίγα σύννεφα. Κι όμως δεν μπορώ να χαρώ. Σα να κάποιος να μου έχει κλέψει το χαμόγελο. Θέλω. Αλλά δεν μπορώ. Ίσως γιατί την «καλημέρα» την έχουν αντικαταστήσει ερωτήσεις για την εφορία, την έκτακτη εισφορά, το «χαράτσι» στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. Ίσως γιατί πάνω από τις σκέψεις προβάλλει ο φόβος – για το αύριο, για το σήμερα, για το τώρα. Πέσαμε στα βαθιά απευθείας. Το επονομαζόμενο lifestyle των προηγούμενων χρόνων έγινε αγώνας για την επιβίωση. Η Ελλάδα του χθες αργοσβήνει. Η Ελλάδα του αύριο δεν έχει έρθει ακόμα – και, μεταξύ μας, φαίνεται να αργεί. Η Ελλάδα του σήμερα είναι μια χώρα στο μεταίχμιο. Σαν αδύναμοι στεκόμαστε και κοιτάμε. Τα νέα επιπρόσθετα μέτρα που είναι καθ’ οδόν, τις επιταγές της τρόικας, τις αναλύσεις επί των αναλύσεων για την καινούρια δόση. Πληροφορούμαστε. Και παραπληροφορούμαστε. Και σαν πελαγωμένοι αδυνατούμε να αντιδράσουμε. Αδυνατούμε να ελπίσουμε.

Όλα αυτά σκεφτόμουν  κι έστειλα το παρακάτω κείμενο στον ιστότοπο της Υοuropia (όπου και πρωτοδημοσιεύθηκε στις 19/09).

Το πάρτι αρχίζει…

«Καλό χειμώνα» δε θα πω. Πρώτον γιατί δεν ήρθε ο χειμώνας αλλά το φθινόπωρο. Δεύτερον γιατί είναι άτοπο να μιλάς για χειμώνες όταν η θερμοκρασία αγγίζει 35άρια. Τρίτον γιατί η μόδα φέτος επιβάλλει να λες «καλή σεζόν» – σαν άλλος τηλεοπτικός αστέρας ή απλώς «τηλεορασόπληκτος».

Σεπτέμβρης. Μπορεί ο καιρός να μην αλλάζει, αλλάζουν όμως όλα τα άλλα. Και κυρίως η ψυχολογία μας. To καλοκαίρι παίρνεις βαθιά ανάσα, βουτάς το κεφάλι μέσα στο νερό και κάπως λίγο τα ξεχνάς όλα. Στρουθοκαμηλισμός το δίχως άλλο αλλά ενέχει παρηγοριά. Και δεν είχες και πολλά να αντιμετωπίσεις εδώ που τα λέμε: το ελληνικό καλοκαίρι σε παρασύρει σε μια νωθρότητα μυαλών και σωμάτων. Υποδεικνύει μια καθημερινότητα χαλαρότητας στην οποία υποτάσσεται – σχεδόν – σύσσωμο το ελληνικό έθνος (έστω και για λίγο). Τώρα όμως που, έστω και θεωρητικά, αλλάξαμε εποχή, τι μας περιμένει; Ή καλύτερα πως υποδεχόμαστε αυτά που μας περιμένουν;

Βλέπω για παράδειγμα μια εντονότατη κινητοποίηση υπέρ της ακινησίας. Μια επανάσταση κατά όποιων και πάντων αλλαγών. Και ναι, φυσικά και συμφωνώ με την αντίδραση απέναντι σε ό,τι μας βάλλει – ακόμα και αν διαφωνώ με τις μεθόδους που αυτή πραγματώνεται (αλλά δεν είναι της παρούσης). Συμφωνώ, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, με τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας και του δίκιου μας όπου αυτό χάνεται. Αλλά δεν μπορώ να νοήσω την αντίδραση σε κάθε τι νέο. Εντελώς απλοποιημένα αναρωτιέμαι: όταν μια κατάσταση απέχει χιλιόμετρα από το «ιδανικό», λογικό δεν είναι να αναζητάς τρόπους να την αλλάξεις; Όταν κανείς δεν είναι ευχαριστημένος με την υπάρχουσα πραγματικότητα, για ποιο λόγο να μην επιθυμεί την πιθανή βελτίωση της; Δεν μπορείς να κρίνεις ως αναποτελεσματική την οποιαδήποτε αλλαγή πριν τη δεις να εφαρμόζεται. Δεν μπορείς να επιχειρηματολογείς με το «αν γίνει αυτό, τότε θα…». Περίμενε να δεις το «θα» να γίνεται. Οι πιθανότητες δεν είναι υπέρ μας, όπως έχει δείξει το παρελθόν, αλλά εδώ που φτάσαμε, δε χάνουμε και τίποτα να δοκιμάσουμε.

Σεπτέμβρης λοιπόν. Όσο κι αν δε τα συμπαθώ, τα κλισέ με τραβούν σα μαγνήτης: δύσκολος χειμώνας μας περιμένει. Το χειρότερο όλων είναι ότι δε ξέρουμε τι μας περιμένει. Ο φόβος του απροσδόκητου. Μια ζυγαριά που λυγίζει προς την αρνητική έκπληξη. Αναρωτιόμαστε, αναλύουμε, θα θέλαμε να ξέραμε αλλά η πραγματικότητα μας ξεπερνάει. Είμαστε απλά τα πιόνια στη σκακιέρα με μηδενική δυναμική στη λήψη αποφάσεων. Παραταύτα οι ευθύνες μας βαρύνουν. Το γκρίζο αγγίζει και τη δική μας μέρα: ακρίβεια, λιτότητα, επιπλέον μείωση των μισθών, ανεργία. Ναι, ο Σεπτέμβρης είναι εδώ. Ο κόσμος στους δρόμους και μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή εναλλάξ. Πανεπιστήμια υπό κατάληψη, νοσοκομεία υπό συρρίκνωση, τράπεζες υπό συγχώνευση. Μετά από ένα καλοκαίρι που οι μπαταρίες δε γέμισαν όσο θα θέλαμε, που οι σκέψεις δε μας άφησαν και τόσο ήσυχους όσο προσδοκούσαμε, που τα προβλήματα δε λύθηκαν απλά μετατέθηκαν, που δεν «υποταχθήκαμε»  όσο θα θέλαμε στο προαναφερθέν «ελληνικό καλοκαίρι», ήρθε η εποχή που καλούμαστε να είμαστε περισσότερο «εδώ» από ποτέ. Να επανέλθουμε, να κοιτάξουμε γύρω μας με πιο καθαρή ματιά. Ο Σεπτέμβρης, το μικρό ξαδερφάκι του Γενάρη, είναι μια πρώτης τάξης αφορμή για resolutions, ανασύνταξη, αναδιοργάνωση. Για να πιάσουμε το κουβάρι από ‘κει που το αφήσαμε. Για να το λύσουμε. Μήπως και σωθούμε. Άντε και… «καλή σεζόν» να έχουμε!

*To άρθρο πρωτό-δημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 07/09.

«Ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές…» Μπορούμε;

Tι δύναμη μπορεί να έχει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο. Δεν ξέρεις ποιος το έγραψε, δεν ξέρεις πότε, δεν ξέρεις καν τι είχε κατά νου. Μπορεί να σκεφτόταν τα ίδια με σένα που το είδες και το αισθάνθηκες δικό σου, μπορεί κι ολότελα άλλα.

Το «ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές» δεν το είδα καν στο δρόμο. Το είδα αναρτημένο σε μια σελίδα στο facebook. Έγραφε πως ήταν φωτογραφημένο κάπου στη Βαλαωρίτου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. H φαντασία μου με πήγε αμέσως εκεί – σα να ήταν δικό μου το χέρι πάτησε το κλικ στη φωτογραφική μηχανή. Αμέσως ένιωσα όλα όσα θα ένιωθα αν το έβλεπα ιδίοις όμμασι. Μια παρότρυνση. Ένα εικονικό χέρι που προσπαθεί να πιάσει το δικό μου και μαζί να ανέβουμε τούτη την ανηφοριά. Ένας άλλος που ξαφνικά γίνεται κοντινός. Ένας κοινός στόχος για όλους και για τον καθένα χωριστά. Ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές.

Το καλοσκέφτομαι και καταλήγω πως δεν ξέρω καν τι σημαίνει αυτό. «Καταπληκτικές ζωές». Τόσο υποκειμενικό και ταυτόχρονα με τόσες αντικειμενικές προεκτάσεις. Η λέξη «καταπληκτικό» από μόνη της υποδηλώνει κάτι το οποίο υπερβαίνει εν πολλοίς τα όρια του απλά καλού, του συμβιβασμού, του μέσου όρου.  Όμως ο καθένας το μεταφράζει με τα δικά του μάτια. Για μένα μπορεί να είναι στοιχεία που θα αλλάξουν τη ζωή μου, θα την αποτραβήξουν από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και θα την κάνουν σαν κι αυτές που μπορείς να δεις στο πανί ή να διαβάσεις στις σελίδες ενός καλού βιβλίου. Για σένα δεν ξέρω, ξέρεις όμως εσύ.

Υπάρχουν όμως και πράγματα που μπορούμε εμείς (σε πρόσωπο α’ πληθυντικό) να κάνουμε όλοι μαζί. Να πιαστούμε χέρι – χέρι και να φτιάξουμε «καταπληκτικές ζωές». Να φροντίσουμε τον εαυτό μας, τους γύρω μας, τους συνανθρώπους μας. Να φτιάξουμε τον τόπο μας. Βιώσιμο, κατοικήσιμο, ανεκτό. Με παροχές υγείας, με παιδεία, με όνειρα. Όλα αυτά που ο καθένας μας σκέφτεται κοιτώντας τη γραμμή που ουρανός και θάλασσα γίνονται ένα, μπορούν να γίνουν κομμάτια του ίδιου πάζλ. Μέρη του ίδιου – μεγαλεπήβολου – σχεδίου. Ακούω πως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε και αρνούμαι να το πιστέψω. Είναι δύσκολα. Ζούμε δύσκολα. Βιώνουμε δυσκολίες. Όμως είμαι σίγουρη ότι κάπως-κάπου-κάποια στιγμή όλοι ξετρυπώνουμε μια στιγμή από τη ρουτίνα μας και ζητάμε πράγματα – έστω και νοητά.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να φτιάξουμε «καταπληκτικές ζωές». Δεν ξέρω πως. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε. Να κάνουμε μια δοκιμή. Δεν έχουμε πολλά να χάσουμε. Έχουμε όμως πολλά να κερδίσουμε αν το πείραμα πετύχει. Ακόμα και η προσπάθεια μπορεί να μας ανταμείψει. Μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε όπως τα καλοκαίρια που ήμασταν παιδιά, και ανάμεσα στο παιχνίδι και το παγωτό χωνάκι κάναμε σχέδια για να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο.

Μια πικρή αλήθεια ή ένα όμορφο ψέμα;

Αν ερχόσασταν αντιμέτωποι με το παραπάνω δίλημμα τι θα επιλέγατε; Είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι θα απαντούσαμε το πρώτο. Όπως είμαι σίγουρη πως λίγο ή πολύ οι περισσότεροι θα διαλέγαμε το δεύτερο.

Από πού πηγάζει η τόση βεβαιότητα; Θα μπορούσε να θεωρηθεί αλαζονική αλλά δεν είναι. Αρκεί να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Να ρίξουμε μια προσεκτικότερη ματιά στην κοινωνία που μεγαλώσαμε. Να προσπαθήσουμε να αφουγκραστούμε πραγματικά τον παλμό της ζωής εκεί έξω. Και έπειτα να αναρωτηθούμε: Πως η Ελλαδίτσα μας έχει πάρει την  κατηφόρα; Γιατί τα θεμέλια της – ηθικά, οικονομικά και πολιτικά – βρίσκονται υπό κατάρρευση; Επειδή χτίστηκαν με πικρές αλήθειες; Ή μήπως επειδή βασίστηκαν σε όμορφα ψέματα;

Kαι με το «όμορφα ψέματα», δεν εννοώ μόνο τα «μεγάλα» και τα «σπουδαία» στα οποία στηριχθήκαμε ως κοινωνία. Εννοώ και τα άλλα. Αυτά που λέγαμε μεταξύ μας. Αυτά που λέγαμε στον εαυτό μας. Υπάρχουν  πολλά – απογοητευτικά πολλά – καθημερινά παραδείγματα που δείχνουν περίτρανα «πως φτάσαμε ως εδώ». Οικονομικά μα κυρίως ηθικά. Στην χώρα που ότι δηλώσεις είσαι, που το «είναι» του καθενός αποδεικνύεται από το «κατέχειν» του, που το life-style έγινε υποχρέωση και τρόπος επιβίωσης ξαφνικά όλοι «πέφτουμε από τα σύννεφα». Τα σημάδια τόσα και εμείς τυφλοί για να τα δούμε. Εθελοτυφλούσε. Αιθεροβάμονες σε μια επίπλαστη πραγματικότητα.  Κατοικούντες σε ένα χάρτινο τσίρκο που φτιάχτηκε, όχι από τραπουλόχαρτα αλλά από πιστωτικές κάρτες. «Φούσκες» ξεφούσκωναν γύρω μας καθημερινά και εμείς…Εμείς «πέφταμε από τα σύννεφα» (και συνεχίζουμε δηλαδή…). Ίσως να προσπαθήσαμε να αλλάξουμε την κατάσταση – κάποιοι το έκαναν. Αλλά στάθηκαν ανήμποροι απέναντι στο ρεύμα. Ίσως να βολευτήκαμε τόσο που φοβηθήκαμε. Κατακρίναμε το «μέσο» μέχρι να βρούμε το δικό μας «μέσο». Τόσο όσο.

Και τώρα τι; Τώρα φόβος. Τώρα πανικός. Τώρα όμως και δημιουργικότητα. Και αναζήτηση λύσεων. Και παρατήρηση. Του εαυτού μας και των γύρω μας. Των πραγματικών αναγκών μας. Για παράδειγμα ρίχνω μια προσεκτικότερη ματιά και σκέφτομαι πως τα καλοκαίρια μας ίσως και να μη χρειάζονται ξαπλώστρες που κοστίζουν χρυσάφι, καφέδες των 5 ευρώ, εξωτικά κοκτέιλ, πεντάστερα ξενοδοχεία, δεκάδες κρέμες και σολάριουμ. Ίσως ήρθε η ώρα να θυμηθούμε πως τα καλοκαίρια μας είναι χρώματα, γεύσεις, μυρωδιές – αμμουδιές, παραλίες, γέλια κάτω από την ομπρέλα, λεμονάδα και καρπούζι, ουζάκι στην ακροθαλασσιά, παγωτό και υποβρύχιο βανίλια, βουτιές και όνειρα κάτω από τα αστέρια.

Λίγη χαρά που δεν κοστίζει για να είμαστε πιο δυνατοί να παλέψουμε με την καθημερινότητα. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να αυξήσουμε την παραγωγικότητα μας. Να αποβάλλουμε ότι μας χαλάει. Να πιαστούμε χέρι-χέρι σα τους αγανακτισμένους στις πλατείες και να ανέβουμε μαζί την ανηφοριά. Να τολμήσουμε. Να διώξουμε όποιον έφταιξε. Να μη φοβηθούμε να διεκδικήσουμε. Σκοπός δεν είναι να αρπάξουμε το «καλύτερο κομμάτι» για το ιδιωτικό μας συμφέρον από τη χώρα που μοιάζει να παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Στόχος μας πρέπει να είναι να διαφυλάξουμε τα καλύτερα κομμάτια της και με αυτά θεμέλια, να χτίσουμε πάνω τους νέα, καλύτερα. Και τελικά να μάθουμε όλοι μαζί να αναζητάμε την όποια αλήθεια και να μη τρεφόμαστε με όμορφα (και εξόχως παροδικά) ψέματα. Γιατί, όπως μας λέγανε κι όταν ήμασταν παιδιά… «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω».

*To κείμενο αυτό πρωτόδημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 29/06/2011.

Μέρες ανοιξιάτικες, μέρες παράξενες…

Περίεργες μέρες διανύουμε. Από τη μια το γνωστό σκηνικό: τρόικα, ΔΝΤ, κρίση, φτώχεια, μιζέρια, ανεργία, με την τρέχουσα επικαιρότητα να προστίθεται: ο «καλός μας άνθρωπος» έφυγε, ο θάνατος του Οσάμα μπιν Λάντεν έκανε χιλιάδες Αμερικανούς να πανηγυρίζουν και να κατακλύζονται από αισθήματα ασφάλειας κι ένας βασιλικός γάμος έγινε το γεγονός της χρονιάς, της δεκαετίας, του αιώνα – μονοπώλησε τις «καρδιές» των Βρετανών, τους τηλεοπτικούς δέκτες παγκοσμίως και αναμφίβολα το ενδιαφέρον των Ελλήνων.

Ένας διαφορετικός Μάιος στην Ελλάδα. Κρύο, βροχές που θυμίζουν πρωτοβρόχια, σκεπτικισμός, γαλότσες και μπότες πάλι στους δρόμους. Ανοίγω τον τηλεοπτικό δέκτη και πέφτω σε νοικοκυρές («αληθινές» και καθόλου «απεγνωσμένες»), ριάλιτι, ατέρμονη αναζήτηση «νέων» ταλέντων, χορούς, βασιλικούς γάμους, οικογενειακές ιστορίες, συζητήσεις πολιτικών προσώπων (των ίδιων πολιτικών προσώπων για την ακρίβεια), νέα των εγχώριων «σελέμπριτις», κοινωνικά σχόλια και «μαύρες» ειδήσεις. Σκόρπιες σκέψεις περνάνε από το μυαλό – αναρωτιέμαι αν τα τηλεοπτικά δρώμενα μιας χώρας αντικατοπτρίζουν και την ευρύτερη κατάσταση της. Μήπως τελικά έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει; Ποιος καθορίζει το πρόγραμμα της; Οι προτιμήσεις του κοινού ή οι επιλογές των διευθυντών της; Ας πούμε πως μέχρι πρότινος πίστευα πως καταναλώνουμε ότι μας δίνεται. Αρχίζω όμως να αλλάζω γνώμη. Μήπως τελικά οι ιθύνοντες απλώς ακολουθούν το ρεύμα που επιβάλλει η κοινωνική πραγματικότητα;

Το «off» στο τηλεκοντρόλ μοιάζει είναι μονόδρομος. Παίρνω την ομπρέλα μου (Λονδίνο γίναμε!), βγαίνω στους δρόμους της πόλης προς αναζήτηση των «καλών νέων» που θα κάνει αυτό το Μάιο να μοιάζει όντως με Μάιο. Τι κι αν οι περισσότεροι περιμένουν τον ήλιο για να ξεμυτίσουν; Προς μεγάλη μου χαρά, η Θεσσαλονίκη δεν «υποτάσσεται» στη μαυρίλα. Με δυσκολία και με προσπάθεια. Αλλά κινείται, δημιουργεί, προσδοκά «χαμόγελα». Γίνεται μια πόλη που γεμίζει βιβλία. Η «Παράλλαξη», το «Βιβλίο Αλλιώς», ομάδες της πόλης, οι bookcrossers, η ανακύκλωση των βιβλίων, η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου.  Γίνεται μια πόλη που γεμίζει δράσεις: περίπατοι, εκθέσεις φωτογραφίας, συγγραφείς, αναγνώσεις και παρουσιάσεις βιβλίων, μουσειακές βραδιές, πάρτι υποδοχής στο Δημαρχείο σε μια βραδιά αλλιώτικη από τις άλλες.  Και τα βιβλία να προβάλλονται υπό τη σωστή τους διάσταση:  είδος ανάγκης – όχι είδος πολυτελείας.  Προτάσεις που σε κάνουν λίγο να ξεχνιέσαι. Να αναμένεις το «καλοκαίρι». Τα καλύτερα σου κλείνουν το μάτι. Οι μέρες αυτές είναι παράξενες. Τώρα μάλλον είναι η ώρα που πρέπει να γίνουμε πιο διαλλακτικοί. Να βολτάρουμε στην Έκθεση, να πάρουμε ένα καφέ ανά χείρας, να απολαύσουμε ένα ανάγνωσμα εκτός «των τειχών» του σπιτιού μας, να αφήσουμε την τέχνη να μας παρασύρει.

* To κείμενο αυτό πρωτόδημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 07/05/2011.