«Ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές…» Μπορούμε;

Tι δύναμη μπορεί να έχει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο. Δεν ξέρεις ποιος το έγραψε, δεν ξέρεις πότε, δεν ξέρεις καν τι είχε κατά νου. Μπορεί να σκεφτόταν τα ίδια με σένα που το είδες και το αισθάνθηκες δικό σου, μπορεί κι ολότελα άλλα.

Το «ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές» δεν το είδα καν στο δρόμο. Το είδα αναρτημένο σε μια σελίδα στο facebook. Έγραφε πως ήταν φωτογραφημένο κάπου στη Βαλαωρίτου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. H φαντασία μου με πήγε αμέσως εκεί – σα να ήταν δικό μου το χέρι πάτησε το κλικ στη φωτογραφική μηχανή. Αμέσως ένιωσα όλα όσα θα ένιωθα αν το έβλεπα ιδίοις όμμασι. Μια παρότρυνση. Ένα εικονικό χέρι που προσπαθεί να πιάσει το δικό μου και μαζί να ανέβουμε τούτη την ανηφοριά. Ένας άλλος που ξαφνικά γίνεται κοντινός. Ένας κοινός στόχος για όλους και για τον καθένα χωριστά. Ας φτιάξουμε καταπληκτικές ζωές.

Το καλοσκέφτομαι και καταλήγω πως δεν ξέρω καν τι σημαίνει αυτό. «Καταπληκτικές ζωές». Τόσο υποκειμενικό και ταυτόχρονα με τόσες αντικειμενικές προεκτάσεις. Η λέξη «καταπληκτικό» από μόνη της υποδηλώνει κάτι το οποίο υπερβαίνει εν πολλοίς τα όρια του απλά καλού, του συμβιβασμού, του μέσου όρου.  Όμως ο καθένας το μεταφράζει με τα δικά του μάτια. Για μένα μπορεί να είναι στοιχεία που θα αλλάξουν τη ζωή μου, θα την αποτραβήξουν από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και θα την κάνουν σαν κι αυτές που μπορείς να δεις στο πανί ή να διαβάσεις στις σελίδες ενός καλού βιβλίου. Για σένα δεν ξέρω, ξέρεις όμως εσύ.

Υπάρχουν όμως και πράγματα που μπορούμε εμείς (σε πρόσωπο α’ πληθυντικό) να κάνουμε όλοι μαζί. Να πιαστούμε χέρι – χέρι και να φτιάξουμε «καταπληκτικές ζωές». Να φροντίσουμε τον εαυτό μας, τους γύρω μας, τους συνανθρώπους μας. Να φτιάξουμε τον τόπο μας. Βιώσιμο, κατοικήσιμο, ανεκτό. Με παροχές υγείας, με παιδεία, με όνειρα. Όλα αυτά που ο καθένας μας σκέφτεται κοιτώντας τη γραμμή που ουρανός και θάλασσα γίνονται ένα, μπορούν να γίνουν κομμάτια του ίδιου πάζλ. Μέρη του ίδιου – μεγαλεπήβολου – σχεδίου. Ακούω πως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε και αρνούμαι να το πιστέψω. Είναι δύσκολα. Ζούμε δύσκολα. Βιώνουμε δυσκολίες. Όμως είμαι σίγουρη ότι κάπως-κάπου-κάποια στιγμή όλοι ξετρυπώνουμε μια στιγμή από τη ρουτίνα μας και ζητάμε πράγματα – έστω και νοητά.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να φτιάξουμε «καταπληκτικές ζωές». Δεν ξέρω πως. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε. Να κάνουμε μια δοκιμή. Δεν έχουμε πολλά να χάσουμε. Έχουμε όμως πολλά να κερδίσουμε αν το πείραμα πετύχει. Ακόμα και η προσπάθεια μπορεί να μας ανταμείψει. Μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε όπως τα καλοκαίρια που ήμασταν παιδιά, και ανάμεσα στο παιχνίδι και το παγωτό χωνάκι κάναμε σχέδια για να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο.

Εσείς πιστεύετε στους super ήρωες;

Ε, ναι λοιπόν. Πιστεύω ακόμα στους super ήρωες.

Γιατί εσύ δεν πιστεύεις; Κακώς! Παιδί ακόμα, καθόμουν μπροστά από τη μικρή οθόνη και καμάρωνα όλους αυτούς τους ήρωες που έκαναν πράγματα, εχμ, πώς να το πω… ηρωικά. Που πετούσαν, γινόντουσαν αόρατοι, είχαν απίστευτη δύναμη, μπορούσαν να διαβάσουν το μέλλον, να δουν τη σκέψη, που ήταν έτοιμοι να σώσουν τον κόσμο ανά πάσα στιγμή.

Μετά μεγάλωσα (λίγο) και μου είπαν ότι super ήρωες δεν υπάρχουν. Και ήταν τότε που ανακάλυψα ότι ο κόσμος χρειάζεται (ίσως περισσότερο από ποτέ) να σωθεί. Όχι – τουλάχιστον από όσο ξέρω – δεν απειλείται από μετεωρίτες που θα πέσουν στη γη, ούτε από κάποιον κακό που έχει βάλει μπροστά το σατανικό του σχέδιο για να καταλάβει τον πλανήτη μας. Δυστυχώς τα πράγματα είναι χειρότερα. Τόσο χειρότερα που χρειάζεται να ενωθούν όλοι οι super ήρωες που ξέρω (και δεν ξέρω) μπας και φανεί λίγη ελπίδα στο τέλος του τούνελ.

Και μετά… μαντέψτε! Μεγάλωσα λίγο ακόμα και ανακάλυψα – μετά χαράς! – ότι οι super ήρωες υπάρχουν και μάλιστα είναι και πολλοί! Μπορεί να μη φορούν μαύρη μπέρτα, μπορεί να μην είναι το κρυφό τους όνομα Superman, μπορεί να μη πετούν και να μην πετούν δίχτυα αράχνης. Είναι όμως αληθινοί. Δεν το βάζουν κάτω, χαμογελούν στα δύσκολα, κοιτάνε τον κόσμο στα μάτια, αγωνίζονται. Είναι εκείνοι που μεγαλώνουν παιδιά που δεν είναι δικά τους. Είναι εκείνοι που εθελοντικά περνούν τις ώρες τους στα παιδικά χωριά και χαρίζουν χαμόγελα σε παιδικές φατσούλες. Είναι εκείνοι που απλώνουν το χέρι στους εθισμένους και τους βοηθούν να αντιμετωπίσουν την προσωπική τους κόλαση. Είναι εκείνοι που μοιράζουν τα χρήματα τους σε φιλανθρωπικές οργανώσεις – χωρίς να χρειάζεται να το διαλαλούν. Είναι εκείνοι που σου λένε «καλημέρα». Είναι εκείνοι που είναι πάντα ευγενικοί. Είναι εκείνοι που δε το βάζουν κάτω. Είναι εκείνοι που δε βάζουν μπροστά τον εαυτό τους αλλά το σύνολο. Είναι εκείνοι που ξοδεύουν τα Σάββατα και τις αργίες τους για να καθαρίσουν γωνιές της πόλης και να τις πρασινίσουν. Είναι εκείνοι που παίρνουν μπογιές και βάφουν τους ποδηλατόδρομους με ένα πινελάκι. Είναι εκείνοι που παρακινούν τις «επαναστάσεις» που όλοι έχουμε ανάγκη. Είναι τόσοι πολλοί που φοβάμαι ότι δεν μπορώ να τους περιγράψω όλους: είναι όλοι αυτοί που μοιράζουν αγάπη – κι ας ακούγεται κοινότοπο – χωρίς να έχουν την υποχρέωση να το κάνουν. Αγάπη για τον τόπο τους, τους συνανθρώπους τους, την τέχνη, τη ζωή.

Σε μια χώρα που οι προσωπικές «ανάγκες» αντικατέστησαν τις συλλογικές, που το «εγώ» υψώθηκε τεράστιο μπροστά στο «εμείς», που «τσέπες» και «πορτοφόλια» γέμισαν σε βάρος όλων, που η εκμετάλλευση έγινε το νέο επαγγελματικό περιβάλλον, που τα «δυσοίωνα σύννεφα» σκέπασαν ακόμα και το ευήλιο ελληνικό τοπίο, που οι αξίες καταβαραθρώθηκαν, που η μετανάστευση αποτελεί προοπτική για χιλιάδες νέους, που η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κατάντησε σύντομο ανέκδοτο, που τα συναισθήματα ευφορίας αντικαταστάθηκαν από οργή και θυμό, που τα που δεν έχουν τελειωμό… η ανάγκη για αυτούς τους super ήρωες έγινε επιτακτικότερη παρά ποτέ. Κοιτάω δίπλα μου, γύρω μου, παίρνω κουράγιο, χαμογελώ πλατιά μόλις τους αναγνωρίζω. Είναι ευτυχώς πολλοί. Και αυτό με κάνει να κοιτώ το μέλλον με την αισιοδοξία που τόσο επίμονα προσπαθούν να μου «κλέψουν».

 

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στη Youropia Word στις 31/3/2011

«Θέλω να ξυπνήσω, να θυμηθώ, να πιστέψω» – Χ. Αλεξίου

Η Χάρις Αλεξίου γράφει στο aixmi.gr ένα κείμενο για την Ελλάδα του σήμερα, για τη πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε. Ωραίο να βλέπεις τους καλλιτέχνες να έχουν άποψη και να μη διαστάζουν να την κοινοποιήσουν. Πόσο μάλλον, όταν ξέρουν να χειρίζονται το λόγο και όταν μπορούν να εκφράσουν συλλογικά συναισθήματα…

«Θέλω να ξυπνήσω, να θυμηθώ, να πιστέψω»

Πρώτα σε κόβουν από την δουλειά, ύστερα σε ρίχνουν σε ένα καναπέ, σου δίνουν ένα τηλεκοντρόλ και σε πλακώνουν σε ένα ατέλειωτο τίποτα.

Ναι, η χώρα μου είναι σε κρίση, το λένε και οι Θεοί του κράτους οι καημένοι, και αυτό φαίνεται πρώτα όχι από τα άδεια πορτοφόλια αλλά από τους λόγους που αδειάζουν τα πορτοφόλια για αγαθά που δεν είναι Αγαθά.

Πώς θα σε στείλουν αλλού από το «Εδώ» που «δεν λέει»;

Πώς θα σε πάρουν από το «Τώρα» που μυρίζει;

Αυτοί ξέρουν τι είναι καλό για μένα και τα έχουν κανονίσει όλα.

Λέω «για να δω τι παίζει στον κόσμο»; Ανοίγω την τηλεόραση και βλέπω τον αχταρμά.

Φωτιές, καταστροφή, πείνα, απελπισία, θάνατος, κάμερες παντού, έγκλημα, έγκλημα, έγκλημα, Βουλή με ατάκες, Παρλιάρος με μους λεμονιού, Στρος-Καν με σκατά, τραπεζοδάνεια-μούφας, Τυχαίο; Δεν νομίζω. Το νέο κινητό που δίνει πίσω χρήμα, γιαούρτι για κάθε είδους έντερο, έναν με μπλε καπέλο (που έχει χρυσό σκούφο) να βρίζει κάποιον πως είναι ανεπρόκοπος γι’ αυτό δεν πάει καλά το μαγαζί, μία όμορφη να σκάει στο κλάμα (μάλλον από την χαρά της γιατί της πέτυχε το «Πακέτο») και διάφορους «τίποτες» από κανάλια που δεν τα βλέπει κανείς, να τους κάνουν διάσημους άλλοι διάσημοι «κάτιδες».

Όλα, για μια ψυχαγωγία που δεν σου αφήνει τίποτα, που δεν σε πάει πουθενά, που όταν κλείνεις και πας για ύπνο είσαι πιο χάλια από πριν.

Κι εκεί που πετυχαίνεις κάτι για σένα , ώπα  σε κόβει πάλι ένας  ηλίθιος φουσκωτός που στρώνει κοιλιακούς, κι αν τηλεφωνήσεις «Τώρα» θα γίνεις κι εσύ ηλίθιος.

Η τηλεόραση χάλασε, λεω. Πρέπει να πάρω άλλη. Μια 3D. (δεν είμαι καλά). Χρειάζομαι ό,τι μου προτείνει το τελεμαρκετινγκ.

Είναι ανάγκη να έχω μαλλιά Μενεγάκη …δεν υπάρχει!

Είναι ανάγκη για πολύ ψηλά τακούνια  …μιλάμε, δεν υπάρχει!

Είναι ανάγκη να ξέρω να φτιάχνω μους λεμονιού …δεν έχει!

Είναι ανάγκη να ξέρω ποιος επώνυμος χορεύει καλύτερα tango …τέλειο;

Είναι ανάγκη να ξέρω πόσους κόμπους έχει ένα καλό χαλί …καλό;

Να μάθω τι πρέπει να κάνει ένα μοντέλο για να γίνει next top …δεν λεει!

Λεω  κι  άλλα  Να…να, να, να…

και μετά­­­…

Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ.

 

Πηγή: http://www.aixmi.gr/index.php/thelwna-ksypnhsw-nathymithw-napistepsw/

Αδιόρθωτοι!

Το μόνο πράγμα που μας διδάσκει η ιστορία…

…είναι ότι τίποτε δεν μας διδάσκει η ιστορία. Το γνωμικό του Friedrich Hegel, που διατυπώθηκε μερικούς αιώνες πριν, μοιάζει εν έτει 2011 πιο επίκαιρο, παρά ποτέ.

Η τηλεόραση ανοιχτή να παίζει στο βάθος. Αεροπλάνα και σκηνές μάχης παρελαύνουν δια της οθόνης. Δηλώσεις αρχηγών κρατών διαδέχονται η μία την άλλη. Αναλύσεις επί παραθύρων δίνουν το σύνθημα. Ο διάλογος που από καιρό έχει ξεκινήσει αρχίζει να παίρνει άλλη διάσταση. Στο δρόμο που χάραξαν Τυνησία και Αίγυπτος βρίσκεται και η Λιβύη. Η επέμβαση της Δύσης, που εξέλειπε των προηγούμενων, έκανε την εμφάνιση της.

Μικροί που είμαστε για να τα καταλάβουμε, να τα αναλύσουμε, να μπορέσουμε να τα εξετάσουμε σε δεύτερο επίπεδο. Τι κρύβεται, τι έγινε, τι συζητήθηκε, τι αποφασίστηκε. Αδύναμοι παρατηρητές της πραγματικότητας που λαμβάνει χώρα γύρω μας. Τα πιόνια στο σκάκι κινούνται. Και εμείς κοιτάμε. Και όσο πιο μακριά είμαστε σαν να μας ενδιαφέρει όλο και λιγότερο. Σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης το Μπαχρέιν και η Υεμένη. Σε κατάσταση πολιορκίας από τον Καντάφι ο Λίβυος λαός. Χαζεύουμε για λίγο στις οθόνες, κουνάμε ίσως το κεφάλι άλλοτε με αγανάκτηση, κι άλλοτε συμπαραστατικά και ύστερα… ύστερα αλλάζουμε κανάλι. Ύστερα… ήρθε η Eurovision. Σωπάστε να ακούσουμε τα προγνωστικά.

Ποιος φταίει για την αδιαφορία μας; Πολλά μα σίγουρα (και) η αδυναμία μας να κατανοήσουμε. Με τα ΜΜΕ συνηγορούν σε αυτήν την αδυναμία. Σκηνές πολέμου, σκηνές φόβου, σκηνές τρόμου… σαν διαγωνισμός για την καλύτερη σκηνοθεσία. Σαν αναγωγή των πάντων -ακόμα και των σοβαρότερων ζητημάτων- σε είδη προς «κατανάλωση». Τεχνικές εντυπωσιασμού και δάνεια από την τέχνη με στόχο… τι άλλο; Το εύπεπτο.

Δεν επικρίνω το life and style, τη διασκέδαση, την ελαφρότητα των στιγμών. Ουδόλως. Είναι αυτά που έχουμε ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, να σκεφτούμε, να ηρεμήσουμε. Όλα χρειάζονται – αναμφίβολα. Επικρίνω την επέλασή του. Την αδυναμία μας να αντιδράσουμε. Το γεγονός ότι εξαντλούμε την επανάσταση μας σε μερικά κλικς. Κάντε κλικ και σώσατε την Ιαπωνία. Κάντε hashtag και σώσατε τον κόσμο. Πλανηθείτε πλάνην οικτρά.

Επί του προσωπικού, αδυνατώ να καταλάβω πολλά. Φταίω κι εγώ. Φταίνε κι αυτοί όμως που δε μου εξηγούν. Που δε μου δίνουν το περίγραμμα, το ιστορικό υπόβαθρο, το πως ξεκίνησαν όλα και ποιους αφορούν. Που επικαλούνται διαρκώς το συναίσθημα μου και δεν προσπαθούν να επικαλεστούν τη λογική μου. Που εντείνουν και διευρύνουν τους φόβους μου. Ο οικονομικός πόλεμος γίνεται πόλεμος κανονικός. Για ακόμα μια φορά στην ιστορία του κόσμου. Για τους ίδιους λόγους που πολεμάνε πάντα οι άνθρωποι. Γιατί τίποτα δε λέμε να μάθουμε. Μεγάλες δυνάμεις, μικρές δυνάμεις, ιμπεριαλιστικές λογικές, εξουσία, χρήμα, νικητές, ηττημένοι, θύματα, σημαδεμένα χαρτιά σε μια παρτίδα που έχουν στήσει άλλοι. Που κι αυτοί δε λένε να μάθουν τίποτα. Δε βαριέσαι, μας τα είχε πει ο Hegel. Το μόνο πράγμα που μας διδάσκει η ιστορία… είναι ότι τίποτε δεν μας διδάσκει η ιστορία.

 

*Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στη Youropia Word στις 21/03/2011

Mερικά έντυπα που αξίζει να δεις…

…αν σου αρέσουν τα βιβλία ή αν απλώς σου αρέσουν τα καλογραμμένα κείμενα.

Ένα από τα πρώτα έντυπα αυτής της κατηγορίας που μου κίνησε το ενδιαφέρον – και δεν άνηκε στο διεθνή τύπο – ήταν η «Βοοkpress». Ασχολείται κυρίως με προτάσεις από την εγχώρια αλλά και την ξενόγλωσση βιβλιοπαραγωγή, όμως η ύλη της περιέχει πολλά περισσότερα: μόνιμες στήλες (ξεχωρίζω αυτή) ,  κριτικές βιβλίων, συνεντέυξεις, θέματα που αφορούν στην επικαιρότητα των βιβλίων, γνωστούς συγγραφείς στο δυναμικό της. Είναι free-press, όμως αν δεν μπορείς να την βρείς έξω στην πόλη, μπορείς να τη διαβάσεις ΕΔΩ. (Περισσότερες πληροφορίες για το έντυπο μπορείς να δεις εδώ).

 

Επίσης, ανακάλυψα, κάλλιο-αργά-παρά-ποτέ-αλλά-τι-να-κάνεις-μας-έφαγαν-οι-υποχρεώσεις, το «The Book’s Journal«, που είναι κάτι σαν το ελληνικό «Τhe New York Review of Books«. Είναι ωραίο, έχει ενδιαφέροντα θέματα, έχει πλειάδα γνωστών «πενών» που γράφουν σε αυτό αλλά κυρίως έχει κείμενα που χαίρεσαι να διαβάζεις.

Θα μπορουσα να σας πω εγώ τι παίζει με το «The Book’s Journal», όμως νομίζω ότι το κείμενο του εκδότη του, Ηλία Κανέλλη, που δημοσιεύθηκε στη «Lifo» τα λέει καλύτερα  και πληρέστερα (δείτε το ΕΔΩ).

Εύχρηστη, οργανωμένη και με πολλά άρθρα διαθέσιμα online είναι η επίσημη ιστοσελίδα του εντύπου, που μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Να αναφερθεί φυσικά πως πρόδρομος του Book’s Journal είναι το «Athens Review of Books» που διέπεται από την ίδια λογική (και σε ότι αφορά στη δομή του αλλά και υφολογικά) και συνεχίζει την πορεία του, παρά την εμφάνιση του πρώτου. Για την ακρίβεια, ο Ηλίας Κανέλλης, ήταν συνεκδότης  στο ΑRB αλλά αποχώρησε και στη συνέχεια προχώρησε στην έκδοση του Book’s Journal. Τους λόγους τους εξηγεί και ο ίδιος στο άρθρο του.

Δείτε περισσότερα για το ARB ΕΔΩ.

P.S. Ακόμη, μπορεί  να υπάρχει μόνο στο διαδίκτυο, ωστόσο συνίσταται ανεπιφύλακτα για τους βιβλιοφάγους: bookworm.gr (δείτε το ΕΔΩ).

Μαρινέλλα.-

Πριν από μερικές ημέρες, σε ένα μάθημα που παρακολούθησα, τέθηκε κάποια στιγμή το ερώτημα «βγαίνει στη σύνταξη ο δημοσιογράφος;» – όχι υπό την έννοια της σύνταξης αυτής καθ’ αυτής αλλά για το αν τελικά σταματά ποτέ να νιώθει την ανάγκη να γράψει, να μοιραστεί τις σκέψεις του με τους αναγνώστες του.

Όλως παραδόξως, αυτό το ερώτημα μου ήρθε χθες κατά νου όταν είδα τη Μαρινέλλα στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης – όχι βέβαια για το αν βγαίνει στη σύνταξη ο δημοσιογράφος αλλά…υπάρχει συνταξιοδότηση για τον καλλιτέχνη; Εντάξει είχα διαβάσει αυτό και αυτό και όσο να πεις το ερώτημα με απασχολούσε (για να μη το πάω παραπέρα και μιλήσω για άλλους λατρεμένους όπως οι Rolling Stones ή οι Blondie που μετρούν πολλά χρόνια στη σκηνή). Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε,  η ερώτηση – για μένα τουλάχιστον – είναι ρητορική.

Γιατί αν δεις τη Μαρινέλλα σε αυτή την παράσταση, την απαντάς μόνος σου. Όχι. Και αν υπάρχει, χαίρομαι που η Μαρινέλλα δεν υπέκυψε στον πειρασμό, αλλά συνεχίζει να εμφανίζεται επί σκηνής και να μας χαρίζει λίγο από το ταλέντο της. Φυσικά και δε θα τολμήσω να κρίνω τη Μαρινέλλα…πως θα μπορούσα άλλωστε; Είναι ερμηνεύτρια, είναι showoman, είναι άπιαστη. Όσο για την υπόλοιπη παράσταση – ειλικρινά δεν προσέχεις και πολλά: σενάριο, σκηνοθεσία, κοστούμια, σκηνικά, χορευτικά: είναι όλα οκ. Αλλά όλη η παράσταση είναι η Μαρινέλλα και αυτήν προσέχεις. Special credits ωστόσο πρέπει να δοθούν σε Ευαγγελία Μουμούρη και Αντώνη Λουδάρο που είναι εξαιρετικοί στο σανίδι.

Αυτό πάντως που ήθελα να πω, είναι πως το μιούζικαλ πήρε παράταση (μιας και πωλήθηκαν ήδη 17.000 εισιτήρια για τις πρώτες 15 παραστάσεις) από τις 26 μέχρι και τις 31 του Γενάρη. Και σίγουρα αξίζει – δεν είναι τυχαίο που έχει κερδίσει διθυραμβικές κριτικές από κοινό και κριτικούς και σημείωσε – άμα τη εμφανίσει του στο «Παλλάς» των Αθηνών  – όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και εμπορική επιτυχία.

Λίγα λόγια για την παράσταση:

Η παράσταση «Μαρινέλλα – Το Μιούζικαλ» διατρέχει τις δεκαετίες από το ’50 μέχρι σήμερα και αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών. Οι δυο πρώτες είναι πρόσωπα φανταστικά και η τρίτη πραγματικό.

Η πρώτη είναι η Ειρήνη (Ευαγγελία Μουμούρη) μια γυναίκα από την επαρχία, η δεύτερη η Μαρία (Τζένη Μπότση) μια Αθηναία και η τρίτη ένα κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη που πήρε το όνομα Μαρινέλλα και έμελε να γίνει μύθος. Το ρόλο της Μαρινέλλας υποδύεται φυσικά η Μαρινέλλα και μια νεαρή ηθοποιός που την υποδείεται κατά τη νεαρή της ηλικία.

Οι βασικοί αντρικοί ρόλοι παίζονται από τον Αντώνη Λουδάρο και το Λάμπη Λιβιεράτο και ο θίασος συμπληρώνεται από δώδεκα ακόμα ηθοποιούς και χορευτές. Οι φανταστικές ιστορίες της Ειρήνης και της Μαρίας συμπλέκονται με την πορεία της Μαρινέλλας , με τα τραγούδια της να  ακολουθούν τις περιπέτειες, τους έρωτες και τις διαψεύσεις τους.

Ουσιαστικά βλέπουμε τις ζωές  τους που κυλάνε παράλληλα με την καριέρα της τραγουδίστριας και τη φωνή της Μαρινέλλας να γίνεται παραπλήρωμα και έκφραση του αισθήματός τους. Κι έτσι, οι σημαντικότερες  επιτυχίες της γίνονται ορόσημα για τη ζωή της Ειρήνης και της Μαρίας όπως και εκατοντάδων χιλιάδων άλλων Ελληνίδων.

Εκτός από τη Μαρινέλλα πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Λάμπης Λιβιεράτος, Αντώνης Λουδάρος, Ευαγγελία Μουμούρη, Τζένη Μπότση και ακόμα δώδεκα ηθοποιοί και χορευτές.

Το έργο «Μαρινέλλα – Το Μιούζικαλ» των Θανάση Παπαθανασίου & Μιχάλη Ρέππα σκηνοθετεί ο Σταμάτης Φασουλής. Τα σκηνικά είναι του Γιώργου Γαβαλά, τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη, οι χορογραφίες του Δημήτρη Παπάζογλου και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Οι ενορχηστρώσεις είναι του Αλέξιου Πρίφτη, ο οποίος διευθύνει και την επταμελή ορχήστρα.

Ιnfo:

Τιμές εισιτηρίων 30€ (Δ’ Ζώνη), 40€ (Γ’ Ζώνη) – 50€ (Β’ Ζώνη) – 60€ (Α’ Ζώνη) – 70€ (Διακεκριμένη Ζώνη), ενώ τα φοιτητικά στοιχίζουν 20€
Προπώληση εισιτηρίων Από τα εκδοτήρια του ΟΜΜΘ, στο Μέγαρο (10:00 – 18:00),
και την Πλατεία Αριστοτέλους (Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 10:00 – 15:30 / Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 10:00 – 14:00 & 17:30 – 20:00).

 

 

Η ελληνική tv σαν…»σκουπιδότοπος»

Η  Σώτη Τριανταφύλλου «πέρασε ένα βράδυ αλλάζοντας κανάλια και κόντεψε να βγει νοκ άουτ» . Στο εν λόγω κείμενο που δημοσιεύθηκε προ μερικών μηνών στη «Γυναίκα» της Καθημερινής, η συγγραφέας «τα βάζει» με την ελληνικη τηλεόραση και μας παραδίδει ένα αν μη τι άλλο αξιοπρόσεχτο χρονογράφημα! Διαφωνείς ή συμφωνείς; Όπως και να ‘χει, αξίζει να το διαβάσεις…

«Σκουπιδότοπος»

Μια μέρα υπερατλαντικού ταξιδιού μού στοίχισε κάμποσες ώρες αποβλάκωσης μπροστά στην τηλεόραση: εξαιτίας της απορρύθμισης του εσωτερικού ρολογιού, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αλλάζω κανάλια. Κάτι που δεν κάνω ποτέ, εξ ου και η τρομερή έκπληξη. Αν είχα περίσσευμα ενέργειας, θα αναφερόμουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα αποδίδοντάς τους παρανομίες, αντιδεοντολογική συμπεριφορά, χυδαιότητα, καθαρή βλακεία όμως προτιμώ να μην εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις με ανόητους. Η τηλεόραση βρίσκεται στα χέρια ανόητων, για να το θέσω ηπίως. Και απορώ πώς τόσοι άνθρωποι ασχολούνται μαζί τους, όχι μόνο μέσω της τηλεόρασης αλλά κι ενός ολόκληρου συστήματος λαϊκών περιοδικών που αναδεικνύουν το εγχώριο πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Ενα βράδυ ήταν πάντως αρκετό για να αηδιάσω με τον πολιτισμό μας, με τα αστραφτερά του κουρέλια μ’ εκείνο το απεχθές μείγμα χωριατιάς και στρας, σαχλομελοδράματος και σαδισμού, σουσουδισμού και λεβεντομαγκιάς που χαρακτηρίζει τα ριάλιτι σόου και τους διαγωνισμούς ταλέντων.

Να ένα πολιτικό ζήτημα που θα έπρεπε να ενώνει τους Ελληνες: όχι στην τηλεόραση όχι στην κουλτούρα του σκυλάδικου και της πλατινέ ξανθιάς που δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο όχι στους τηλεπαρουσιαστές με το λεξιλόγιο των 150 λέξεων και των ισάριθμων επιφωνημάτων («ουάου!»), όχι στους δημοσιογράφους που, αντί να μας ενημερώνουν για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ασχολούνται με τους «λαμπρούς» γάμους, τις εγκυμοσύνες και τους χωρισμούς των προαναφερθέντων ανόητων. Να τι είδα μέσα σ’ ένα βράδυ κι ενώ βυθιζόμουν σε λήθαργο στην αρχή, σε απελπισία αργότερα: αθλητικολόγο με ένα δόντι (η υπόλοιπη οδοντοστοιχία λείπει) ρεπορτάζ από ξενυχτάδικο της Σαντορίνης με καρσιλαμάδες στις μπάρες (το μήνυμα ήταν ότι, σε πείσμα της οικονομικής καταστροφής, η Ελλάδα ξεφαντώνει)· διαγωνισμό χορού σε σκηνικό τύπου Λας Βέγκας· στιγμιότυπο από γάμο «διάσημων», τους οποίους -εννοείται- δεν τους είχα ακουστά. Επίσης, είδα μια διαφήμιση όπου οι γυναίκες ξεφωνίζουν σαν σεληνιασμένες μπροστά σε μια ντουλάπα γεμάτη παπούτσια, ενώ οι άντρες κάνουν το ίδιο μπροστά σε μπουκάλια μπίρας: τα φύλα κατασκευάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο, τίποτα δεν αλλάζει…

Μέσα από την τηλεόραση οι γυναίκες βγαίνουν από ένα και μοναδικό εργοστάσιο: γυναίκες-Μπάρμπι, γυναίκες-τρόπαια, γυναίκες-γλάστρες, γυναίκες-κοσμικές οικοδέσποινες. Και βέβαια, στον αντίποδα, γυναίκες-γριές-χωρικές-τσεμπεροφορούσες· «γραφικές» που χρησιμοποιούνται σαν φολκ στοιχείο σε άλλη κατηγορία τηλεοπτικών διαφημίσεων γυναίκες που δεν έχουν όνομα και τις οποίες οι «ξύπνιοι» (π.χ. που ασχολούνται με τις διακυμάνσεις του Dow Jones) προσφωνούν «γιαγιάδες». Τι κρίμα που τόσοι κοινωνικοί αγώνες φαίνονται να πηγαίνουν χαμένοι. Η ελληνική τηλεόραση, αυτός ο πολιτιστικός σκουπιδότοπος, αποτελεί παράλληλη εξουσία: η νομοθεσία εξοστρακίζεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από κάθε περιεχόμενο. Νεαρές γυναίκες δέχονται να συμμετέχουν σε εξευτελιστικά παιχνίδια τύπου «Η εκδίκηση της ξανθιάς» δυσλειτουργικές οικογένειες εκθέτουν τα προβλήματά τους σε πίστες έφηβοι, αντί να σπουδάζουν ή να μαθαίνουν ένα επάγγελμα, ονειρεύονται να γίνουν σταρ σε σκυλάδικα. Η τηλεόραση συναρμολογεί την εικόνα μιας χώρας που δεν σέβεται τον εαυτό της. Τι κρίμα που είμαι πολίτης μιας τέτοιας χώρας…