Εαν αυτό είναι ο άνθρωπος

Πήρα το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μερικά χρόνια πριν, όταν στο Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα ένα μάθημα Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Δε το διάβασα αμέσως, έπειτα κάπως κρύφτηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, το ξαναβρήκα πρόσφατα και χάθηκα στις σελίδες του με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Είτε με τη ματιά του ιστορικού, είτε με αυτή του απλού αναγνώστη, το Ολοκαύτωμα είναι μια περίοδος που δε δύναται να σε αφήσει ασυγκίνητο, αδιάφορο στο έγκλημα που συντελέστηκε, όχι σε κάποια χώρα μακρινή μα μέσα στον πυρήνα της εκβιομηχανισμένης και εκπολιτισμένης Ευρώπης.

Image

Το βιβλίο του Primo Levi είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι ένα χρονικό της περιόδου που ο ίδιος πέρασε στο Άουσβιτς, ένα από τα γνωστότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης (ή ορθότερα εξόντωσης), είναι ένα ανάγνωσμα που συνίσταται το δίχως άλλο. Μέσα από τις σελίδες του γινόμαστε γνώστες της ασύλληπτης καθημερινότητας που βίωσαν οι κρατούμενοι αλλά και του συνεχούς αγώνα τους για επιβίωση. Βεβαίως, για το Ολοκαύτωμα έχουν γραφτεί πολλά, αυτό όμως που προσδίδει ειδικό βάρος στο βιβλίο του Levi, είναι αφενός η μη ανάλωση του σε φθηνούς εντυπωσιασμούς και εύκολους συναισθηματισμούς, αφετέρου η αυτοβιογραφική του υφή. Ο Primo Levi συνέγραψε το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μόλις το 1947 – αμέσως μετά την επιστροφή του στην πόλη του, το Τορίνο – και παρότι άργησε να βρει εκδότη, δεν άργησε να καθιερωθεί ως ένα κλασσικό ανάγνωσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας  γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δομικά και γλωσσικά μπορεί κανείς να εντοπίσει ατέλειες, όμως η συνολική αίσθηση που αφήνει αυτό το βιβλίο, τις διαγράφει από το νου του αναγνώστη. Δεν περιγράφει τις λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων, δε σκορπά λέξεις μίσους. Στο επίμετρο, ο ίδιος εξηγεί «Δεν ανήκω στους ανθρώπους που κλίνουν προς το μίσος (…) Δε θα ήθελα παρόλα αυτά, η απουσία καταδικαστικής κρίσης εκ μέρους μου να ερμηνευθεί σαν γενική άφεση αμαρτιών».

Ορμώμενος από την επιτακτική ανάγκη να κάνει κι εμάς κοινωνούς της φρικτής εμπειρίας του, ανοίγει μια πόρτα στο συναισθηματικό του κόσμο και μας αφήνει να δούμε τις σκέψεις του «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. (…) Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που του στερούν όχι μόνο τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και το σπίτι του, τις συνήθειες του, τα ρούχα του, κυριολεκτικά οτιδήποτε του ανήκει: θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στη θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπεια και τη λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν τη ζωή του και θα αποφασίζουν για το θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος. Τότε θα γίνει κατανοητή η διπλή σημασία του όρου “στρατόπεδο εξόντωσης”, θα γίνει κατανοητό τι θέλαμε να εκφράσουμε με αυτή τη φράση: είμαστε στον πάτο».

Κι έπειτα «ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια· είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι· σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στη βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στη σάρκα νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

Και πιο μετά «Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, τη φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά· σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. Είχα μεγάλη, τυφλή, βαθιά εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, το να σκοτώνεις και να πεθαίνεις μου φαινόταν πράγματα ξένα, ότι ανήκαν στη λογοτεχνία. Τις μέρες μου, χαρούμενες και λυπημένες, όλες τις νοσταλγούσα γιατί ήταν μέρες γεμάτες και πλούσιες (…)».

Image

Σταματώ για λίγο σε ένα πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», όπου ο συγγραφέας αποστασιοποιημένος από την τρομερή κατάσταση που βίωσε, εξετάζει το στρατόπεδο συγκέντρωσης σα μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία και απλώνει μπροστά μας, σα να είμαστε μάρτυρες ενός κοινωνιολογικού πειράματος, όλο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. «Απομονώνονται πίσω από το συρματόπλεγμα χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, καταγωγής, γλώσσας, κουλτούρας, διαφορετικών συνηθειών και εδώ τους επιβάλλεται ένας τρόπος ζωής απαράλαχτα επαναλαμβανόμενος, ελεγχόμενος, όμοιος για όλους και κατώτερος των αναγκών τους: είναι ο πιο σκληρός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας πειραματιστής για να καθορίσει τι είναι έμφυτο και τι επίκτητο στη συμπεριφορά του ανθρώπου-πειραματόζωου στον αγώνα για την επιβίωση». Κι αν στην κανονική ζωή η διάκριση είναι λιγότερο προφανής, εκεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η αβάστακτη μοναξιά του καθενός, έδειξε μέσα από ένα μεγενθυτικό πρίσμα τις διαφοροποιήσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, τις μονάδες που συνθέτουν την κοινωνία.

Ο χρόνος που πέρασε ο Primo Levi στο Άουσβιτς, ο χρόνος  που μετρούσε αλλιώτικα από τον δικό μας, ρίχνει φως σε ένα πλήθος ζητημάτων γύρω από μια ιστορική περίοδο, που όσα επίθετα κι αν αραδιάσουμε δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Με ένα εξαίσιο τελευταίο κεφάλαιο («Ιστορία δέκα ημερών») κλείνει την αφήγηση του, αφήνοντας μας με δεκάδες σκέψεις κι άλλα τόσα ερωτηματικά: Ποιος γνώριζε; Πως έγινε δυνατή η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εξόντωσης στην καρδιά της Ευρώπης; Ποιες ιστορικές συνθήκες επέτρεψαν αυτόν τον όλεθρο; Από πού πηγάζει τόσο μίσος και πώς κατάφερε να μεταλαχθεί σε μια ανεξέλεγκτη παραφροσύνη;

Ερωτήματα που δεν αρκούν ίσως ιστορικές αναλύσεις επί αναλύσεων για να απαντηθούν. Είναι η αδυναμία της λογικής να σταθεί μπροστά στο παράλογο. Ερωτήματα που στέκονται αμείλικτα στο πέρασμα του χρόνου. Μαρτυρίες σαν και αυτή του Primo Levi διατηρούν τη μνήμη ζωντανή, μας θυμίζουν αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσουμε μα μας θυμίζουν και κάτι άλλο: πόσο απαραίτητη είναι η ιστορική γνώση για την κατανόηση της όποιας πραγματικότητας μας. Γιατί η αβίαστη χρήση όρων, όπως για παράδειγμα αυτή του φασισμού, τις κάνει να χάνουν το πραγματικό τους – τρομακτικό- βάρος. Γιατί η αμάθεια, η ημιμάθεια, η άγνοια, η οδηγούν σε μονοπάτια που (εύχομαι πως) κανείς συνειδητά δε θέλει να βαδίσει. Γιατί, μπορεί να ηχεί κοινότυπο αλήθεια, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό, η πηγή των προβληματικών καταστάσεων και η απάντηση στα υπαρκτά μας προβλήματα είναι πάντα η παιδεία. Κι όπως έγραψε και ο Julian Barnes στο «Ένα κάποιο τέλος»* του «(η Ιστορία) είναι μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων». Ας μάθουμε αυτές. Ας μάθουμε από αυτές.

Info:

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (1997), σε μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη. Στην Ιταλία, από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με απαντήσεις του συγγραφέα σε ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου, τη συνομιλία του Primo Levi με τον Phillip Roth (1986, The New York Review of Books) αλλά και εργοβιογραφία του.

* «Ένα κάποιο τέλος», Julian Barnes, 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης

To κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 19 Απριλίου 2013.  

Advertisements

Να ζεις, να μην απλά επιβιώνεις

Σκέφτομαι πως θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Ένα παρακινητικό κείμενο. Από αυτά που βρίσκω στο διαδίκτυο και μου φτιάχνουν τη διάθεση. Από αυτά που μεταδίδουν το μήνυμα για τις μικρές χαρές της ζωής. Θέλω στα αλήθεια. Θέλω να πω τόσα για το – έστω και κοινότυπο – «άδραξε τη μέρα», για την ευτυχία και τις στιγμές που μπορεί να προσπερνάμε βυθισμένοι στη διάχυτη μιζέρια που μας περιβάλλει.

Ψάχνω τις φράσεις για να γεμίσω ένα τέτοιο άρθρο αλλά η καθημερινότητα μού κρύβει τις αισιόδοξες λέξεις. Ξεχνά στην επιφάνεια τις άλλες, αυτές που όταν συνδεθούν και φτιάξουν προτάσεις, αφήνουν πίσω τους μια πικρή γεύση. Με προσγειώνει με θόρυβο στο εδώ να παρατηρώ τις φθινοπωρινές μας μέρες. Μιλώ με φίλους και γνωστούς. Κοιτώ τους ανθρώπους – περισσότερο αυτούς της γενιάς μου: αυτούς δηλαδή που ηλιακά τοποθετούνται μεταξύ 25 και αρχών των 30. Άνεργοι. Ή «υπό-εργαζόμενοι». Που σπούδασαν, που έχουν ένα και δύο (και παραπάνω) τίτλους, που ονειρεύτηκαν ένα αύριο γεμάτο προοπτικές και τελικά αυτό το αύριο κάπως μετατράπηκε σε χθες. Κι αντί να διεκδικούν τη ζωή τους, περνάνε μέρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή – που στη μεγάλη πλειοψηφία τους βρίσκεται στο σπίτι των γονιών.

Μια καθημερινότητα που δε διαφέρει και πολύ για τους μεγαλύτερους ή και τους μικρότερους. Περιμένουμε. Όλοι σε μια αναμονή παραδόξως ήσυχη. Περιμένουμε την ανατροπή. Το θαύμα που θα μας σώσει. Εύπιστοι και δύσπιστοι την ίδια στιγμή. Προσπαθούμε να κρατηθούμε από «σειρήνες» που υπόσχονται τη σωτηρία μας και την ίδια στιγμή τις καταδικάζουμε. Γιατί κακά τα ψέματα – χορτάσαμε από σωτήρες που καμιά «σωτηρία» δε μας χάρισαν. Το σύνδρομο του μεσσιανισμού πέρασε ανεπιστρεπτί – σαρώνοντας όμως και την πίστη μας εν γένει. Μαζεμένοι. Απογοητευμένοι. Δεν αντιδρούμε. Δε ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε. Φοβόμαστε για το χειρότερο σενάριο κι έτσι αρκούμαστε στο λιγότερο άσχημο σενάριο. Και περιμένουμε. Το θαύμα.

Κι έπειτα οι μέρες κυλούν με σωρούς βιογραφικών από δω κι από ‘κει. Με ελπίδες για μια δουλειά. Με οργή για το «μη παρέκει». Για τα «σκάνδαλα» που βρίσκουν το φως της δημοσιότητας και ύστερα ξανά-χάνονται στο σκοτάδι της ατιμωρησίας. Λίγο. Τόσο όσο. Θυμώνουμε. Φωνάζουμε στους γύρω μας. Ξεσπούμε σε αυτούς γιατί δε μπορούμε να ξεσπάσουμε στους άλλους. Αγκιστρωνόμαστε από σενάρια συνομωσίας και αβάσιμες πολιτικές συζητήσεις. Και κάποιες στιγμές δείχνουμε διατιθέμενοι να αλλάξουμε χωρίς να ξέρουμε τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Η γενικευμένη έλλειψη παιδείας κι η πρότερη επικρατούσα νοοτροπία έχουν γίνει οδοστρωτήρες και μας παρασέρνουν στη δίνη της υπάρχουσας πραγματικότητας. Και εμείς περιμένουμε να κοπάσει η καταιγίδα. Χωρίς μιλιά. Χωρίς προτάσεις. Χωρίς κινητικότητα. Αναλωνόμαστε σε ανούσιες κουβέντες και αναμασημένα λόγια που συχνά απέχουν έτη φωτός από την πραγματικότητα.

Θέλω όμως να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Σκέφτομαι την ομιλία του Michael Ignatieff στο φετινό «TEDxAcademy» με τίτλο «If I were 25 and Greek». Συμφωνώ μαζί του. Νεύω προς την οθόνη επιδοκιμαστικά. Για 19 λεπτά σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω εγώ. Για λίγο. Κι έπειτα ανοίγω ένα άλλο παράθυρο. Ιδέες και λόγια. Και σκέψεις παρακινητικές. Κι ύστερα αυτό το παραλυτικό αίσθημα αδυναμίας που λειτουργεί αποτρεπτικά στο «στύψουμε την πέτρα» (που έλεγαν και οι παλαιότεροι) και κάνει τις συζητήσεις μας να γεμίζουν με τσαλαπατημένα «θα ήθελα».

«Θα ήθελα». Πολλά και μαζεμένα. Που χάνονται στη μάχη με τα «δε μπορώ». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο παράπονο τούτης της γενιάς είναι ότι χάνει – μέρα με τη μέρα – το δικαίωμα στο όνειρο. Στο να διεκδικήσει το αύριο της όπως το θέλει. Να υπέρ-πηδήσει τα εμπόδια της αναξιοκρατίας και να προχωρήσει. Να σταματήσει να περιμένει. Γιατί είναι πραγματικά φριχτό (ίσως να ακούγεται υπερβολικό αλλά είναι) να είσαι στην πιο παραγωγική ηλικία και να έχεις καθηλωθεί σε μη-παραγωγικότητα. Ακούγονται ωραία φράσεις όπως το «όποιος θέλει μπορεί» αλλά ο ρεαλισμός τις ακυρώνει το δίχως άλλο.

Δε γνωρίζω πως μπορούμε να βγούμε από τούτη την αναμονή (αν και πολύ θα ‘θελα!). Δε ξέρω πως μπορούν τα «should I stay or should I go» να πάψουν να γέρνουν κατάφορα υπέρ του δεύτερου. Αλλά να, είναι που θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Θέλω να μας πω να κρατιόμαστε από εικόνες. Από ανθρώπους κοντινούς. Από βιβλία και μουσικές και ταινίες. Που μπορεί να μη δίνουν λύσεις στα προβλήματα μας αλλά «μας κρατούν το χέρι στα δύσκολα». Και θέλω να μας πω να αφήνουμε χώρο στο μικρόκοσμο μας και για άλλους. Να είμαστε ψύχραιμοι. Να βρούμε τρόπους να κάνουμε τις στιγμές δικές μας. Για τα μικρά και έπειτα για τα μεγάλα. Να μην αφήνουμε να περνά άλλη μια μέρα κι έπειτα να αναρωτιόμαστε που πήγε και αυτή.

Είναι όπως το ‘χε πει μια εκ των ηρωίδων του Cunningham στο πολυδιαβασμένο του «Οι Ώρες»:

«I remember one morning getting up at dawn, there was such a sense of possibility. You know, that feeling? And I remember thinking to myself: so this is the beginning of happiness. There is where it starts. And of course there will always be more. It never occurred to me it wasn’t the beginning. It was happiness. It was the moment. Right then.»

Η σημασία του να μη προσπερνάς τη στιγμή. Η δυσκολία του να ζεις, κι όχι απλά να επιβιώνεις.

* Το κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 5 Οκτωβρίου 2012.

Όταν η εκπαίδευση πάει ένα βήμα πιο πέρα

Σε τούτες τις μέρες τις περίεργες, που τα δυσάρεστα νέα έρχονται σωρηδόν και δε ξέρεις από πού να πιαστείς, ένα καλό νέο είναι σαν μια ανάσα. Όχι απ’ αυτές τις κοφτές, τις γεμάτες άγχος, αλλά μια ανάσα κανονική. Σα μια αχτίδα φωτός σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, που είναι εκεί για να σε πείσει ότι υπάρχει φως, ακόμα κι αν τη δεδομένη στιγμή δε το βλέπεις. Πόσο μάλλον στο περιβάλλον που ζούμε – ή ορθότερα  επιβιώνουμε, όπου τα περιθώρια δημιουργικότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Δε θα σταματήσω ποτέ να πιστεύω ότι το Internet (και κυρίως ο Παγκόσμιος Ιστός) είναι μια εφεύρεση μαγική. Για πολλούς λόγους που συνοψίζονται κυρίως στο γεγονός ότι μπορείς από οπουδήποτε – πλέον κι από μια τόση δα συσκευούλα – να έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Φυσικά, όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και τα μειονεκτήματα του είναι ουκ ολίγα: από την ανωνυμία και την άνευ όρων (και άνευ γνώσης) καταγραφή προσωπικών δεδομένων μέχρι την «ακούσια», εν πολλοίς, συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Ούσα όμως τεχνοαισιόδοξη, παραβλέπω τις όποιες αρνητικές του διαστάσεις, που προσωπικά θεωρώ αντιμετωπίσιμες, και έρχομαι στα θετικά. Και κυρίως στο ένα νέο θετικό που πληροφορήθηκα πρόσφατα και είδα λίγο φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» που λέγεται επαρχιακή πόλη εν καιρώ κρίσης, ανεργίας και περικοπών.

Εδώ και κάποιους μήνες, αμερικανικά, κατά κύριο λόγο, πανεπιστήμια, έχουν ξεκινήσει ένα πολύ σπουδαίο εγχείρημα, που φιλοδοξεί να πάει την τριτοβάθμια εκπαίδευση ένα βήμα πιο πέρα. Δηλαδή; Στοχεύουν στη άρση των όποιων ορίων στην προσβασιμότητα και επιχειρούν να δώσουν τη δυνατότητα σε κάθε ένα από μας να παρακολουθήσει μαθήματα που προσφέρονται στα τμήματα τους. Δε χρειάζονται πρότερες γνώσεις, δε χρειάζονται «ειδικά» εφόδια, δε χρειάζεται καμία οικονομική συνδρομή. Μοναδικό προαπαιτούμενο  είναι η όρεξη για μάθηση. Και μια καλή σύνδεση στο διαδίκτυο.

Επί του πρακτικού, τα μαθήματα διαρκούν κάποιες εβδομάδες και οι διαλέξεις είναι στην αγγλική. Η γνώση της γλώσσας θεωρείται μεν απαραίτητη, ωστόσο, όπως διαπίστωσα, πολλές έχουν υπότιτλους και μάλιστα σε πληθώρα γλωσσών, μεταξύ των οποίων και η δική μας. Το φάσμα των επιλογών πολύ μεγάλο: καλύπτει κάθε επιστημονικό τομέα και κάθε ενδιαφέρον. Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων: χιλιάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών και από κάθε γωνιά του πλανήτη εγγράφονται καθημερινά. Το σημαντικότερο είναι πως μπορείς παρακολουθήσεις τις διαλέξεις που «ανεβαίνουν» σε εβδομαδιαία βάση σύμφωνα με το δικό σου χρονοδιάγραμμα. Υπάρχουν επίσης κάποια κριτήρια αξιολόγησης, για όσους επιθυμούν να βαθμολογηθούν και να πάρουν και την αντίστοιχη βεβαίωση παρακολούθησης – η οποία ωστόσο δίνεται από τον κάθε καθηγητή και όχι από το αντίστοιχο πανεπιστήμιο. Επίσης σημαντικό: μπορείς να εγγραφείς και να διαγραφείς από την εκάστοτε τάξη οποτεδήποτε θέλεις.

Στον ιστότοπο του Coursera.org που έχουν ξεκινήσει ήδη κάποια προγράμματα, συμμετέχουν 16 πανεπιστήμια, όπως το Stanford, το Michigan, το Penn και άλλα σπουδαία, ενώ τα προσφερόμενα μαθήματα φτάνουν τα 119! Το Edx.org, από την άλλη, που είχε ανακοινωθεί προ μηνών, ξεκινά τις παραδόσεις το Σεπτέμβρη και είναι μια συνεργασία των MIT, Harvard και Berkeley. Φαίνεται πως τα πανεπιστήμια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού επενδύουν τα μέγιστα στις νέες αυτές πλατφόρμες, κάνοντας τη διαδικασία άκρως συμμετοχική.

Κι αν ο διαφαινόμενος ενθουσιασμός μου δε δικαιολογείται από τα παραπάνω, οφείλω να πω πως ενισχύεται και από προσωπική εμπειρία. Παρακολουθώντας, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μαθήματα στο Coursera, μόνο θετικές είναι οι εντυπώσεις που αποκόμισα, τόσο από τις διαλέξεις και το επίπεδο των μαθημάτων, όσο και από το οργανωτικό του θέματος. Σίγουρα, δεν μπορείς να γίνει ουδεμία σύγκριση με την επικρατούσα εκπαίδευση – δεν πρόκειται για ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τα όσα ισχύουν, αντιθέτως, λειτουργεί συμπληρωματικά. Και είναι ένα βήμα που έχει μπροστά του πεδίο εξέλιξης. Έτσι, αν είσαι υπέρμαχος του «σπουδάζω επειδή…» και όχι «σπουδάζω για να…», αξίζει να κλείσεις την τηλεόραση και να ρίξεις μια ματιά.

Άλλωστε, σε μια κοινωνία εικονική που διέπεται από την αρχή του «sharing», είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτος ο διαμοιρασμός της γνώσης. Όχι;

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του maga.gr στις 24 Αυγούστου 2012.

Ένα μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι

Το μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι είναι εκεί έξω. Οι παραλίες μας καλούν στις αγκαλιές τους, οι θάλασσες του Αυγούστου μας γεμίζουν υποσχέσεις, η καλοκαιρινή ραστώνη μας πνίγει, έστω και λίγο, στη νωθρότητα της. Θες δε θες παρασύρεσαι. Σκέφτεσαι πως ίσως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Πως όλα είναι καλά, κακό όνειρο είναι και θα ξυπνήσουμε. Θα βρούμε τον κόσμο όπως τον ξέραμε.

Το καλοκαίρι τούτο θα ήθελε πολύ να είναι σαν όλα τα άλλα, τα παλιά. Αλλά είναι πέρα για πέρα αλλιώτικο. Μπορεί τα υλικά του να μοιάζουν. Μπορεί κι εμείς να μοιάζουμε με τις φιγούρες που ήμασταν στο παρελθόν. Αλλά διαφέρουμε. Είτε το παραδεχόμαστε, είτε όχι. Είναι αυτά που λέμε αλλά κυρίως είναι αυτά που δε λέμε. Αφηρημένοι, πνίγουμε «θέλω» σε φράσεις γενικές, αναμασάμε λόγια για να γεμίσουμε τις σιωπές, αναμασάμε σκέψεις μήπως και βρούμε την πολυπόθητη «λύση». Η πραγματικότητα μας δε χωρά αυταπάτες, χωρά μόνο περικομμένα όνειρα.

Όνειρα, που ακόμα κι έτσι, μένουν στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Μια συλλογική αδυναμία μας καταβάλλει. Το «απ’ αύριο» γίνεται «από Σεπτέμβρη». Η αναβλητικότητα γίνεται ασπίδα μας μπροστά σε ότι είναι εδώ για να μας παιδέψει. Χώνουμε το κεφάλι βαθιά στην άμμο, βουτάμε κάτω από τον ελληνικό ήλιο σε θάλασσες γαλανές και προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Προσπαθούμε να μας δικαιολογήσουμε. Που θέλουμε διακοπές. Που έχουμε ανάγκη να είμαστε όπως ήμασταν. Που νοσταλγούμε εκείνες τις μέρες της ξεγνοιασιάς και ας ήταν μέρες πλαστικές, μέρες που χωρούσαν περίφημα στην εικονική μας πραγματικότητα.

Ξυπνήσαμε απότομα, αγανακτήσαμε, θυμώσαμε, αγωνιστήκαμε, φωνάξαμε, ψηφίσαμε και έπειτα ξαναψηφίσαμε. Και τώρα ηρεμήσαμε. Σαν καταβεβλημένοι αναζητούμε καταφύγιο σε τούτες τις ζεστές μέρες. Σα να κάναμε το καθήκον μας.  Τώρα ας ξεκουραστούμε. Ας αφεθούμε. Ας διαβάσουμε δεκάδες αφιερώματα για καλοκαίρια άλλης εποχής. Έχουμε καιρό. Έχουμε.

Μπορεί να μη θέλουμε να το σκεφτόμαστε αλλά η πραγματικότητα γύρω μας συνεχίζει να κυλάει όπως πριν, δεν υποτάσσεται στα προστάγματα του καύσωνα. Τι κι αν πεισματικά να κλείνουμε την τηλεόραση. Τι κι αν προσποιούμαστε πως τίποτα δε συμβαίνει. Λίγο να επιχειρήσουμε να ενημερωθούμε και θα ακούσουμε το «ποπ» από το συννεφάκι που σκάει με θόρυβο πάνω από τα κεφάλια μας.

Τα «δε θα πάρουμε άλλα μέτρα για το 2012» γίνονται χαράτσια – αυγουστιάτικοι εφιάλτες. Η τρόικα παραθερίζει στα μέρη μας παρέχοντας «συμβουλές» επί παντός επιστητού. Τα παράνομα επιδόματα συνεχίζουν να δίνονται, την ώρα που επιφανείς πολίτες μεταφέρουν κεφάλαια στο εξωτερικό. Το δημόσιο χρήμα συνεχίζει να κατασπαταλάται από δω κι από κει. Ρατσιστικά σχόλια και ντοπαρίσματα αμαυρώνουν την ήδη αμαυρωμένη εικόνα μας που προσπαθούμε επί ματαίω να περισώσουμε υποτιμώντας την αισθητική των άλλων. Δημόσιοι φορείς ιδιωτικοποιούνται με συνοπτικές διαδικασίες. Κι ενόσω συζητήσεις μαίνονται εντός κι εκτός μιντιακής πραγματικότητας για την ελευθερία του λόγου, το παράλληλο σύμπαν της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει να δίνει την δική του παράσταση, έστω κι από το παρασκήνιο: πλαφόν σε συντάξεις, τέλος τα επιδόματα, νέες περικοπές στο εφάπαξ, συγχωνεύσεις νοσοκομείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Νέες περικοπές, κι άλλες περικοπές, πάγωμα, επιβολή νέων καταβαλλόμενων ποσών με το ισοζύγιο εσόδων – εξόδων της ελληνικής οικογένειας να γέρνει σε μη ανεκτό σημείο υπέρ των δεύτερων.

Ένα καλοκαίρι που μοιάζει πολύ με τα  άλλα. Εμείς σαν ίδιοι ψάχνουμε να ζητιανεύουμε μια κουκκίδα νησιού στο χάρτη, να θέλουμε να διασχίσουμε μια θάλασσα που θα μας βγάλει σε μια παραλία – Γη της Επαγγελίας, να προσπαθούμε να φύγουμε μακριά από τα μπετά που κοχλάζουν στις πόλεις μας*. Εμείς σαν αλλιώτικοι. Όσο κι αν θέλουμε να στρέψουμε το κεφάλι, δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε όπως τότε. Γιατί δεν είμαστε αδιάφοροι. Γιατί τώρα γνωρίζουμε.

Ανάσες ζητάμε. Ανάσες σε μια πραγματικότητα ζόρικη. Λίγο θυμώνω που δεν τρέχουμε κι εμείς παράλληλα με τις εξελίξεις. Πολύ μας δικαιολογώ. Θέλω να ελπίζω πως έτσι, απλά ακονίζουμε μυαλά, σκέψη κι αποφασιστικότητα. Πως γεμίζουμε μπαταρίες. Για μετά. Όχι;

*(από το “Flaneur” του Στέφανου Τσιτσόπουλου, εκδ. Ιανός)

To κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του Maga.gr στις 8 Αυγούστου 2012 (δες ΕΔΩ).