5 και 1 βιβλία για «το Νησί»

Με «Το Νησί» της Victoria Hislop να μεταφέρεται προσφάτως στη «μικρή οθόνη» και το κοινό να του χαρίζει υψηλές θεαματικότητες αλλά και διθυραμβικές κριτικές, το ζήτημα της Σπιναλόγκας επανέρχεται στην επιφάνεια και συγκινεί. Ψάξαμε στην ελληνική – και όχι μόνο – βιβλιοπαραγωγή και σας παρουσιάζουμε 5+1 βιβλία για το νησί – τόπο εξορίας, κατά το πρόσφατο παρελθόν, για τους πάσχοντες από την ασθένεια του Χάνσεν.

Γνωστότερο εκ των υπολοίπων στο ευρύ κοινό, «Το Νησί» της Victoria Hislop κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της Σπιναλόγκα, να μπει κατευθείαν στην κατηγορία των best-seller (ελληνιστί ευπώλητων), να γνωρίσει πολλές επανεκδόσεις και να γίνει τηλεοπτική παραγωγή. Πέραν αυτών όμως και πάνω από όλα κατάφερε να γοητεύσει, να κερδίσει το κοινό και δημιουργήσει μια συγκινησιακή ατμόσφαιρα που έφερε πολλά…δάκρυα στα μάτια των αναγνωστών.  Συνοπτικά η ιστορία του βιβλίου, ξεκινά με την Αλέξις, που επισκέπτεται ένα μικρό χωριό της Κρήτης για να μάθει το παρελθόν της μητέρας της, που επί χρόνια επιμελώς της έκρυβε. Φτάνοντας εκεί ανακαλύπτει μια συγκλονιστική ιστορία, συνδεδεμένη άμεσα με το νησί της Σπιναλόγκας, την πρώην αποικία των λεπρών. Έτσι μαθαίνει την ιστορία της γιαγιάς της, της μητέρας της, αλλά και για τη διάλυση της οικογένειάς της από την τραγωδία και τα πάθη.

Ένα από τα πρώτα βιβλία που δημοσιεύτηκαν για τη Σπιναλόγκα αλλά και τον έρωτα που μπορεί να «ανθήσει» ακόμα και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες, ήταν αυτό της Γαλάτειας Καζαντζάκη, με τίτλο «Άρρωστη Πολιτεία». Πρόκειται για μια νουβέλα για το νησί των λεπρών, πρωτοδημοσιευμένη το 1914 υπογεγραμμένη από τη συγγραφέα, με το ψευδώνυμο Πετρούλα Ψηλορείτη. Η πλοκή στην «Άρρωστη πολιτεία» ακολουθεί τα αντικρουόμενα συναισθήματα και τις σκέψεις που γεννούν στην ηρωίδα από τη μια η αρρώστια και ο υποχρεωτικός εγκλεισμός με τον οποίο έρχεται αντιμέτωπη και από την άλλη ο έρωτας  που γνωρίζει στο πρόσωπο ενός δασκάλου. Η πρωταγωνίστρια παρουσιάζεται διχασμένη ανάμεσα στην απελπισία για τη σωτηρία που δεν υπάρχει και στη «χαρά του έρωτα» που συνάντησε αναπάντεχα σε ένα μέρος, όπου ο έρωτας φαινόταν να είναι πέρα για πέρα αποκλεισμένος. Στο βιβλίο παρουσιάζεται αφενός ο ψυχικός κόσμος ενός ανθρώπου που βρίσκεται στη δεινή θέση του αποκλεισμού, αφετέρου η κοινωνία της Σπιναλόγκας. Στην παρούσα έκδοση, ενδιαφέρον έχει και η εκτενής μελέτη (Επίμετρο) της Κέλης Δασκαλά, όπου προβαίνει σε μια επιλογή της μυθολογίας που αναπτύχθηκε μέσα από τη παγκόσμια λογοτεχνία για τη λέπρα, από τη Βίβλο έως σήμερα εστιάζοντας μάλιστα στον διάλογο που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα γύρω από τη μυστηριώδη ασθένεια.

Η «Άρρωστη Πολιτεία» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, πέρα από την αυτόνομη έκδοση της, εμπεριέχεται και ένα τόμο, που τιτλοφορείται «Το Νησί των Σημαδεμένων». Στο εν λόγω βιβλίο, δημοσιεύεται μαζί με το κείμενο του Θέμου  Κορνάρου, που εκδόθηκε το 1933, υπό τον τίτλο «Σπιναλόγκα». Οι δύο συγγραφείς καταπιάνονται με το ζήτημα του Νησιού σε μια εποχή που ακόμα και η πεζογραφική αναφορά των λεπρών αλλά και της καθημερινότητας τους, αποτελούσε «ταμπού» για την ελληνική κοινωνία. Μέσω αυτής της έκδοσης, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει μια συνολική και αρκετά ρεαλιστική εικόνα, παρότι πρόκειται για λογοτεχνικά πονήματα.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και κατά κύριο λόγο στο προσωπικό ημερολόγιο και τα άγνωστα γεγονότα από τη ζωή του Επαμεινώνδα Ρεμουνδάκη, του τελευταίου γιατρεμένου λεπρού του νοσηλευτηρίου του νησιού, είναι το βιβλίο «Ο Γιατρός της Σπιναλόγκας» δια χειρός Γιώργου Πρατσίνη. Μέσα από τις σελίδες του γνωρίζουμε το γιατρό Γιώργο Παπαδάκη, διευθυντή του νοσηλευτηρίου, έναν άνθρωπο που βοήθησε τους ανθρώπους του νησιού στις δύσκολες ώρες τους. Γινόμαστε, επίσης, γνώστες της αληθινής φιλίας του με  τον Έριχ, ένα Γερμανό αξιωματικό – μιας φιλίας  που ευδοκίμησε στα δύσκολα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και της Κατοχής. Ο συγγραφέας  ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής τους και οι δύο άνδρες θα  ανακαλύψουν ανθρώπους και γεγονότα που τους ενώνουν, θα μιλήσουν για το παρελθόν τους, το παρόν τους, το μέλλον τους και για τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή τους. Και μπορεί η μετάθεση του Έριχ να τους κάνει να χάσουν για αρκετά χρόνια ο ένας τα ίχνη του άλλου, η μοίρα όμως τους επεφύλασσε κι άλλες εκπλήξεις.

Ένα ακόμα μυθιστόρημα για τον έρωτα και το Νησί, αυτή τη φορά ωστόσο από το πεδίο της ξένης πεζογραφίας, είναι «Η Απομόνωση» του Μάσον Ζαν Ιβ. Δεν πρόκειται απλώς για μια ποιητική, ερωτική ιστορία αλλά και για μια ελεγεία για το χρόνο, την ασθένεια, το θάνατο αλλά και την αληθινή, βαθιά και ανιδιοτελή αγάπη και αφοσίωση – έννοιες που εως και σπανίζουν στη σημερινή πραγματικότητα. Ο συγγραφέας ακολουθεί ένα νεαρό Γάλλο δημοσιογράφο που έρχεται στην Ελλάδα κατά τη μεταξική δικτατορία. Εδώ ερωτεύεται μια νεαρή κοπέλα με πνευματικά ενδιαφέροντα και προοδευτική πολιτική τοποθέτηση και γνωρίζει το περιβάλλον της, που αποτελείται από σημαντικούς ανθρώπους της πνευματικής ζωής. Την ακολουθεί κατά την εξορία της στον Άγιο Νικόλαο αλλά και όταν αυτή θεωρείται λεπρή και μεταφέρεται στη Σπιναλόγκα, κάνει τα πάντα για να βρεθεί στο πλάι της. Ο νεαρός διαλέγει τον έρωτα ακόμα και με το ενδεχόμενο του θανάτου και ζει με την αγαπημένη του στο νησί των λεπρών για ένα χρόνο – δίνοντας μας την ευκαιρία να δούμε τη ζωή και την οργάνωση σε αυτό.

Τέλος, πέραν της λογοτεχνίας – αλλά και των ταξιδιωτικών εντύπων – για το νησί, μπορούμε να βρούμε και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη, που επικεντρώνεται στο διαχωρισμό ανάμεσα σε «ευυπόληπτες» και «μιαρές» κοινωνικές ομάδες. Στο «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας» , o Μάνος Σαββάκης, καταγράφει την κοινωνική ιστορία της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας, η οποία έχει ταυτιστεί στη συλλογική μνήμη με εικόνες παραμόρφωσης, επικινδυνότητας, εκτοπισμού. Γίνεται εκτενής έρευνα για το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας (1903-1957)  και το ρόλο του ως κοινωνικός θεσμός αλλά και για την κοινότητα των ασθενών που εγκλείστηκαν στη νησίδα. Με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα επιχειρείται η κατανόηση ευρύτερων θεμάτων υγείας, ασθένειας και κοινωνικού στιγματισμού και αναδεικνύεται η σημασία της βίωσης «οριακών» εμπειριών σε σχέση με τη διαμόρφωση της εικόνας του εαυτού και της κοινωνικής ταυτότητας.

Χρήσιμες πληροφορίες
• «Το Νησί», Victoria Hislop, 2007, σελίδες 501, εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, τιμή 17 ευρώ / «Τhe Island», Victoria Hislop, 2007, pages 496, Headline Review, 4 λίρες (από amazon).
• «Η Άρρωστη Πολιτεία», Γαλάτεια Καζαντζάκη, 2010, σελίδες 240, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, τιμή 14 ευρώ
• «Το Νησί των Σημαδεμένων», Γαλάτεια Καζαντζάκη, Θέμος Κορνάρος, 2010, σελίδες 224, εκδόσεις Καστανιώτης, τιμή 10 ευρώ
• «Ο γιατρός της Σπιναλόγκας», Γιώργος Πρατσίνης, 2010, σελίδες 383, εκδόσεις Σαββάλας, τιμή 15 ευρώ
• «Η απομόνωση», Μάζον Ζαν Ιβ, 2008, σελίδες 236, εκδόσεις Μελάνι, τιμή 13 ευρώ.
• «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας», Μάνος Σαββάκης, 2008, σελίδες 235, εκδόσεις Πλέθρον, τιμή 18 ευρώ.

Φύγαμε για τα Όσκαρ!

Ένα μήνα περίπου πριν τη φετινή -83η- απονομή των βραβείων Όσκαρ,που θα πραγματοποιηθεί το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου. Οι υποψηφιότητες έχουν ανακοινωθεί,τα στοιχήματα «πέφτουν» βροχή, οι συμμετέχοντες σε αυτή έχουν ήδη ξεκινήσει να προετοιμάζονται για την εμφάνιση τους στη μεγαλύτερη κινηματογραφική νύχτα του έτους και…εμείς είμαστε έτοιμοι να σας παρουσιάσουμε το μεγαλύτερο οσκαρικό αφιέρωμα. Σε μια συνεργασία με τη youropia, μπορείτε να διαβάσετε όλα όσα θέλατε να ξέρετε για τα θρυλικά βραβεία και ακόμα περισσότερα! Από τα πρώτα χρόνια και τη σημασία του χρυσού αγαλματιδίου μέχρι την ελληνική συμμετοχή και το έχουν πει για αυτά μεγάλες προσωπικότητες του χώρου.

Για λόγους ευκολίας, το αφιέρωμα θα είναι σε συνέχειες και θα ολοκληρωθεί με την φετινή απονομή. Διαβάστε το πρώτο μέρος με ένα κλικ ΕΔΩ.

Mερικά έντυπα που αξίζει να δεις…

…αν σου αρέσουν τα βιβλία ή αν απλώς σου αρέσουν τα καλογραμμένα κείμενα.

Ένα από τα πρώτα έντυπα αυτής της κατηγορίας που μου κίνησε το ενδιαφέρον – και δεν άνηκε στο διεθνή τύπο – ήταν η «Βοοkpress». Ασχολείται κυρίως με προτάσεις από την εγχώρια αλλά και την ξενόγλωσση βιβλιοπαραγωγή, όμως η ύλη της περιέχει πολλά περισσότερα: μόνιμες στήλες (ξεχωρίζω αυτή) ,  κριτικές βιβλίων, συνεντέυξεις, θέματα που αφορούν στην επικαιρότητα των βιβλίων, γνωστούς συγγραφείς στο δυναμικό της. Είναι free-press, όμως αν δεν μπορείς να την βρείς έξω στην πόλη, μπορείς να τη διαβάσεις ΕΔΩ. (Περισσότερες πληροφορίες για το έντυπο μπορείς να δεις εδώ).

 

Επίσης, ανακάλυψα, κάλλιο-αργά-παρά-ποτέ-αλλά-τι-να-κάνεις-μας-έφαγαν-οι-υποχρεώσεις, το «The Book’s Journal«, που είναι κάτι σαν το ελληνικό «Τhe New York Review of Books«. Είναι ωραίο, έχει ενδιαφέροντα θέματα, έχει πλειάδα γνωστών «πενών» που γράφουν σε αυτό αλλά κυρίως έχει κείμενα που χαίρεσαι να διαβάζεις.

Θα μπορουσα να σας πω εγώ τι παίζει με το «The Book’s Journal», όμως νομίζω ότι το κείμενο του εκδότη του, Ηλία Κανέλλη, που δημοσιεύθηκε στη «Lifo» τα λέει καλύτερα  και πληρέστερα (δείτε το ΕΔΩ).

Εύχρηστη, οργανωμένη και με πολλά άρθρα διαθέσιμα online είναι η επίσημη ιστοσελίδα του εντύπου, που μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Να αναφερθεί φυσικά πως πρόδρομος του Book’s Journal είναι το «Athens Review of Books» που διέπεται από την ίδια λογική (και σε ότι αφορά στη δομή του αλλά και υφολογικά) και συνεχίζει την πορεία του, παρά την εμφάνιση του πρώτου. Για την ακρίβεια, ο Ηλίας Κανέλλης, ήταν συνεκδότης  στο ΑRB αλλά αποχώρησε και στη συνέχεια προχώρησε στην έκδοση του Book’s Journal. Τους λόγους τους εξηγεί και ο ίδιος στο άρθρο του.

Δείτε περισσότερα για το ARB ΕΔΩ.

P.S. Ακόμη, μπορεί  να υπάρχει μόνο στο διαδίκτυο, ωστόσο συνίσταται ανεπιφύλακτα για τους βιβλιοφάγους: bookworm.gr (δείτε το ΕΔΩ).

«Aληθινές Ιστορίες» – check out! (updated)

A great book to check out: το λένε «Αληθινές Ιστορίες» και το έγραψε ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος. Τα υπόλοιπα μπορείς να τα δεις ΕΔΩ.

Το ξεκίνησα χθες, έχω διαβάσει so far τις 2 πρώτες ιστορίες και το βρήκα τρομερά ενδιαφέρον.

Kυκλοφόρησε μόλις στις 10 Γενάρη (τιμή περί τα 14 ευρώ).

UPDATE:

Έχει και update λοιπόν και όπως το πάω θα ακουλουθήσει και 2ο σε τούτο το ποστ. Με έχει συνεπάρει το βιβλίο, μόλις τέλειωσα την 8η ιστορία και αν είχα χρόνο δε θα το άφηνα. Είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, «κυλάει» (ισως «φταίει» πως ο συγγραφέας του έχει θητεύσει σε περιοδικά και μπορεί και αποδίδει στο κείμενο του ρυθμό) και είναι «ευκολοδιάβαστο». Το μεγάλο ατού του όμως είναι πως οι ιστορίες είναι τόσο (μα τόσο!) ενδιαφέρουσες! Άνθρωποι που πραγματικά αξίζει να ακουστούν, ιστορίες που επιβάλλεται να δουν το φως της δημοσιότητας. Από τις 8 μέχρι τώρα δεν γνώριζα καμία (δεν έτυχε;) – και ξεχωρίζω , ως εδώ, και χωρίς spoilers την 2η και την 4η. Xαίρομαι γιατί το βιβλίο ήρθε σε μια στιγμή που ήθελα να διαβάσω κάτι να με «κρατήσει».

 

Η ελληνική tv σαν…»σκουπιδότοπος»

Η  Σώτη Τριανταφύλλου «πέρασε ένα βράδυ αλλάζοντας κανάλια και κόντεψε να βγει νοκ άουτ» . Στο εν λόγω κείμενο που δημοσιεύθηκε προ μερικών μηνών στη «Γυναίκα» της Καθημερινής, η συγγραφέας «τα βάζει» με την ελληνικη τηλεόραση και μας παραδίδει ένα αν μη τι άλλο αξιοπρόσεχτο χρονογράφημα! Διαφωνείς ή συμφωνείς; Όπως και να ‘χει, αξίζει να το διαβάσεις…

«Σκουπιδότοπος»

Μια μέρα υπερατλαντικού ταξιδιού μού στοίχισε κάμποσες ώρες αποβλάκωσης μπροστά στην τηλεόραση: εξαιτίας της απορρύθμισης του εσωτερικού ρολογιού, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αλλάζω κανάλια. Κάτι που δεν κάνω ποτέ, εξ ου και η τρομερή έκπληξη. Αν είχα περίσσευμα ενέργειας, θα αναφερόμουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα αποδίδοντάς τους παρανομίες, αντιδεοντολογική συμπεριφορά, χυδαιότητα, καθαρή βλακεία όμως προτιμώ να μην εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις με ανόητους. Η τηλεόραση βρίσκεται στα χέρια ανόητων, για να το θέσω ηπίως. Και απορώ πώς τόσοι άνθρωποι ασχολούνται μαζί τους, όχι μόνο μέσω της τηλεόρασης αλλά κι ενός ολόκληρου συστήματος λαϊκών περιοδικών που αναδεικνύουν το εγχώριο πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Ενα βράδυ ήταν πάντως αρκετό για να αηδιάσω με τον πολιτισμό μας, με τα αστραφτερά του κουρέλια μ’ εκείνο το απεχθές μείγμα χωριατιάς και στρας, σαχλομελοδράματος και σαδισμού, σουσουδισμού και λεβεντομαγκιάς που χαρακτηρίζει τα ριάλιτι σόου και τους διαγωνισμούς ταλέντων.

Να ένα πολιτικό ζήτημα που θα έπρεπε να ενώνει τους Ελληνες: όχι στην τηλεόραση όχι στην κουλτούρα του σκυλάδικου και της πλατινέ ξανθιάς που δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο όχι στους τηλεπαρουσιαστές με το λεξιλόγιο των 150 λέξεων και των ισάριθμων επιφωνημάτων («ουάου!»), όχι στους δημοσιογράφους που, αντί να μας ενημερώνουν για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ασχολούνται με τους «λαμπρούς» γάμους, τις εγκυμοσύνες και τους χωρισμούς των προαναφερθέντων ανόητων. Να τι είδα μέσα σ’ ένα βράδυ κι ενώ βυθιζόμουν σε λήθαργο στην αρχή, σε απελπισία αργότερα: αθλητικολόγο με ένα δόντι (η υπόλοιπη οδοντοστοιχία λείπει) ρεπορτάζ από ξενυχτάδικο της Σαντορίνης με καρσιλαμάδες στις μπάρες (το μήνυμα ήταν ότι, σε πείσμα της οικονομικής καταστροφής, η Ελλάδα ξεφαντώνει)· διαγωνισμό χορού σε σκηνικό τύπου Λας Βέγκας· στιγμιότυπο από γάμο «διάσημων», τους οποίους -εννοείται- δεν τους είχα ακουστά. Επίσης, είδα μια διαφήμιση όπου οι γυναίκες ξεφωνίζουν σαν σεληνιασμένες μπροστά σε μια ντουλάπα γεμάτη παπούτσια, ενώ οι άντρες κάνουν το ίδιο μπροστά σε μπουκάλια μπίρας: τα φύλα κατασκευάζονται με τον παραδοσιακό τρόπο, τίποτα δεν αλλάζει…

Μέσα από την τηλεόραση οι γυναίκες βγαίνουν από ένα και μοναδικό εργοστάσιο: γυναίκες-Μπάρμπι, γυναίκες-τρόπαια, γυναίκες-γλάστρες, γυναίκες-κοσμικές οικοδέσποινες. Και βέβαια, στον αντίποδα, γυναίκες-γριές-χωρικές-τσεμπεροφορούσες· «γραφικές» που χρησιμοποιούνται σαν φολκ στοιχείο σε άλλη κατηγορία τηλεοπτικών διαφημίσεων γυναίκες που δεν έχουν όνομα και τις οποίες οι «ξύπνιοι» (π.χ. που ασχολούνται με τις διακυμάνσεις του Dow Jones) προσφωνούν «γιαγιάδες». Τι κρίμα που τόσοι κοινωνικοί αγώνες φαίνονται να πηγαίνουν χαμένοι. Η ελληνική τηλεόραση, αυτός ο πολιτιστικός σκουπιδότοπος, αποτελεί παράλληλη εξουσία: η νομοθεσία εξοστρακίζεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί αδειάζουν από κάθε περιεχόμενο. Νεαρές γυναίκες δέχονται να συμμετέχουν σε εξευτελιστικά παιχνίδια τύπου «Η εκδίκηση της ξανθιάς» δυσλειτουργικές οικογένειες εκθέτουν τα προβλήματά τους σε πίστες έφηβοι, αντί να σπουδάζουν ή να μαθαίνουν ένα επάγγελμα, ονειρεύονται να γίνουν σταρ σε σκυλάδικα. Η τηλεόραση συναρμολογεί την εικόνα μιας χώρας που δεν σέβεται τον εαυτό της. Τι κρίμα που είμαι πολίτης μιας τέτοιας χώρας…

«Ένα πεινασμένο στόμα» – Λ. Διβάνη

Και μιας και μίλησα σήμερα για τα λογοτεχνικά βραβεία του ΕΚΕΒΙ (ΕΔΩ λεπτομέρειες και η ψηφοφορία – μέχρι 6 Δεκεμβρίου), θέλω να αναφερθώ και σε ένα από τα βιβλία που προσωπικά ξεχώρισα από την παραπάνω λίστα. Ναι ορθώς καταλάβατε, το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» της Λένας Διβάνη εννοώ.

Πρώτη φορά «γνώρισα» το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου – Απρίλης ήτανε θαρρώ – όπου είχα παρευρεθεί στην παρουσίαση του. Κέρδισε τη μάχη των εντυπώσεων από το 1ο λεπτό.  Άκρως ενδιαφέρουσα η ανάγνωση των αποσπασμάτων (ομολογώ ωστόσο πως είχα δει και αυτό πριν). Να μη τα πολυλογώ, έφυγα από την έκθεση με το αντίτυπο μου ανά χείρας. Το βιβλίο ωστόσο το διάβασα εν μέσω καλοκαιριού και το τελείωσα μέσα σε μερικές μέρες.

Προκατελλειμένη ούσα, ήξερα ότι θα μου αρέσει – όπως άλλωστε και όλα τα βιβλία της κ.Διβάνη – που συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου συγγραφείς. Αμεσότητα, ζωντάνια, «δυνατοί» χαρακτήρες, έντονα συναισθήματα, αγωνία, δράμα, δράση, θέματα παρμένα από την Ελλάδα του σήμερα, περιπέτεια, μυστήριο…το «Πεινασμένο στόμα» τα έχει όλα συν το πρωτότυπο στόρι.

Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο:

«O Γιάννης Γεωργιάδης είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής της Νομικής.  Έχει τα νιάτα του, την ομορφιά του, μια επικίνδυνη εξυπνάδα, αλλά και τίποτ’ άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων. Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η… μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι.

Μια  ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.»

Στο «Ένα πεινασμένο στόμα» η παρουσία του νεαρού έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα της ζωής του καθηγητή του – εργασία, χρήματα, ασφαλής οικογενειακή κατάσταση. Με αμφιλεγόμενα κίνητρα και με τη δυναμική ενός ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει, ο Γεωργιάδης  «ορμά » κυριολεκτικά στη ζωή του Κρεμόπουλου και αποκτά τον πλήρη έλεγχο. Όπως είπε και η κ. Διβάνη, μέσα σε λίγες μόνο λέξεις, πρόκειται για μια «ιστορία ενός φοιτητή της Νομικής που δεν έχει τίποτα και τα θέλει όλα, εξού και ορέγεται τη ζωή ενός καθηγητή του που τα έχει όλα και… δεν θέλει τίποτα!». Σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές ανισότητες ολοένα και εντείνονται, που οι διαφορές επισημαίνονται με τρόπο πολλές φορές, σκληρό, που τα όνειρα συντρίβονται στο βωμό της επιβίωσης, το «Πεινασμένο στόμα» δείχνει τόσο…αληθινό! Ίντριγκα, μύχιες σκέψεις και ζοφερή πραγματικότητα,  εμπλέκονται και περιπλέκονται δίνοντας μας ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό και ανατρεπτικό. Άλλωστε σε αυτό συμβάλλουν και οι χαρακτήρες του βιβλίου – πρόσωπα που εν πολλοίς jξέρουμε.

Σαφώς σε όλα τα παραπάνω βοηθά και ο  λόγος της συγγραφέως – άμεσος, γρήγορος, με ρυθμό , με ροή. Με μια γλώσσα «καθημερινή» και σύγχρονη που εικονοποιεί – και που ενδυναμώνεται με τη χρήση διαλόγων αλλά με την εναλλαγή προσώπων στην αφήγηση  – το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» καταφέρει να μας  «κρατήσει» μέχρι την τελευταία σελίδα. Καταφέρνει να μας συστήσει ένα κόσμο φιλοδοξιών που δεν απέχει πολύ από το δικό μας.

 Υ.Γ. Αναφορικά με τα λογοτεχνικά βραβεία που προανέφερα – στην τελευταία «ΑthensVoice» οι 15 υποψήφιοι συγγραφείς επιλέγουν το βιβλίο που θα ψήφιζαν – αν μπορούσαν (εκτός από το δικό τους φυσικά). Δείτε το αφιέρωμα ΕΔΩ.

“Απόψε δεν έχουμε φίλους” (Σ. Νικολαΐδου)*

*Επ’ αφορμής των λογοτεχνικών βραβείων του ΕΚΕΒΙ (δείτε ΕΔΩ) κα της υποψηφιότητας του «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαϊδου, επανά – αναρτώ το ποστ που είχα γράψει όταν είχα διαβάσει το βιβλίο…voila!

«Προσφάτως διάβασα το τελευταίο – και πολυδιαφημισμένο –  βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους». Ήταν στα «υπόψιν» για το καλοκαίρι, ωστόσο κάτι η περίληψη στο πίσω μέρος του βιβλίου, κάτι τα άκρως θετικά σχόλια που άκουσα…το έφεραν πολύ ψηλά στη λίστα με τα “to be read”. Και δεν έκανα λάθος. Τολμώ να πω ότι πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο. Με ενθουσίασε. Δε θα επιχειρήσω να κάνω κριτική (εννοώ αντικειμενική κριτική) θα πω την προσωπική μου γνώμη. Πριν το κάνω αυτό όμως, παραθέτω την περιγραφή από το οπισθόφυλλο:

Δεκέμβριος 2008: Πορείες και συνθήματα. Μια μεγάλη φωτιά σε μια μεγάλη σχολή. Και μια φράση που εκτοξεύεται με δύναμη: Απόψε δεν έχουμε φίλους.
Οκτώβριος 1981-1989: Ένας ανυποψίαστος -μα αποφασισμένος- ιστορικός ερευνά το απαγορευμένο θέμα των δωσίλογων και τις γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από παντού, πέφτουν να τον φάνε.
1934-1944: Ναζιστική Γερμανία, κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι, Έλληνες, Γερμανοί. Μαυραγορίτες, κατηχητικά, φυλακές και συσσίτια. Προδότες και πατριώτες.

Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά.
Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται;
Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη;
Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει;

Το βιβλίο καταπιάνεται με τρεις πολύ σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Με φόντο αυτές τις στιγμές, που  – λίγο εως πολύ -καθόρισαν το μέλλον του τόπου μας, η κ Νικολαϊδου καταφέρνει να περιπλέξει αριστοτεχνικά χαρακτήρες, συναισθήματα, ανθρώπινες σχέσεις, βιώματα. Από παράγραφο σε παράγραφο αλλάζει εποχή, αλλάζει περιβάλλον, ωστόσο, χωρίς να μπερδεύει, καταφέρνει να καθηλώσει. Το περιβάλλον που πλάθει χαρακτηρίζεται καθαρά από τις ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής, και σε αυτό αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται οι ήρωες της. Στα θετικά του βιβλίου η γλώσσα της, η οικονομία έκφρασης, σαφώς η αφηγηματική της σύνθεση αλλά και η ζωντάνια που έχουν οι χαρακτήρες της – σου δίνουν την αίσθηση πως πρόκειται για άτομα που έχεις γνωρίσει, που έχεις συναναστραφεί ή που έχεις ακούσει για αυτά. Άκρως θετικό και το γεγονός ότι δυσκολεύεσαι να πάρεις θέση, να ταυτιστείς με κάποιον ήρωα. Μιλάει για σύγχρονη ιστορία – και στη σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχουν ήρωες, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.

Την Νικολαϊδου δεν την ήξερα, χάρηκα όμως πάρα πολύ που τη γνώρισα. Όπως και χάρηκα που διάβασα αυτό το βιβλίο. Αξίζει.

Μπορείς να δεις κριτικές και παρουσιάσεις ΕΔΩ αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική ΕΔΩ.