Τι θυμήθηκα!

Κατά το ότι θυμάμαι χαίρομαι – I know.

Έγραφα πριν μερικές μέρες για το «Ένα πεινασμένο στόμα» και θυμήθηκα αυτό:

 

 

Ωραίο. Βρείτε το. Διαβάστε το.

Και μεταφέρω και περίληψη οπισθόφυλλου:

«Τι θα κάνω άμα δεν μεγαλώσω; Αλλά κι εσείς, γιατί δεν μεγαλώνετε επιτέλους; Γιατί συμπεριφερόμαστε όλοι σαν ανήλικα (λέμε συνεχώς ψέματα, τρώμε βρόμικα στις καντίνες, διαβάζουμε αηδίες, δεν στρωνόμαστε να δουλέψουμε, οδηγάμε ντίρλα, κι άμα τρακάρουμε μουντζώνουμε τη μαύρη τύχη μας); Γιατί δεν αλλάζει τίποτα επιτέλους, αφού όλοι είναι υπέρ της αλλαγής; Πώς θα καταφέρω να μην πνιγώ μες στο «εγώ» μου; Τι εννοούμε όταν λέμε «σ’ αγαπώ» ή «το Πολυτεχνείο ζει»; Αφού δεν ζει, ρε παιδιά, ποιον κοροϊδεύουμε τώρα;

Αυτές και άλλες ερωτήσεις ήθελα να σας κάνω. Να σας πω τι σκέφτομαι, μήπως και μου πείτε τι σκέφτεστε. Κουβέντα να γίνεται. Γιατί η ζωή του καθενός μας κρέμεται κυριολεκτικά από τις ζωές των άλλων – αυτό τουλάχιστον το ‘χω πιάσει… Κι επειδή δεν γνωριζόμαστε προσωπικά, άρχισα να τα γράφω σε περιοδικά, σε εφημερίδες, στο διαδίκτυο. Τώρα έγιναν και βιβλίο. Υπάρχει εκεί έξω κανείς που να ξέρει την απάντηση; Η ισχύς εν τη ενώσει – ακόμα κι αυτό κοντεύουμε να το ξεχάσουμε. Άντε λοιπόν, περιμένω: divani@otenet.gr»

Advertisements

«Ένα πεινασμένο στόμα» – Λ. Διβάνη

Και μιας και μίλησα σήμερα για τα λογοτεχνικά βραβεία του ΕΚΕΒΙ (ΕΔΩ λεπτομέρειες και η ψηφοφορία – μέχρι 6 Δεκεμβρίου), θέλω να αναφερθώ και σε ένα από τα βιβλία που προσωπικά ξεχώρισα από την παραπάνω λίστα. Ναι ορθώς καταλάβατε, το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» της Λένας Διβάνη εννοώ.

Πρώτη φορά «γνώρισα» το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου – Απρίλης ήτανε θαρρώ – όπου είχα παρευρεθεί στην παρουσίαση του. Κέρδισε τη μάχη των εντυπώσεων από το 1ο λεπτό.  Άκρως ενδιαφέρουσα η ανάγνωση των αποσπασμάτων (ομολογώ ωστόσο πως είχα δει και αυτό πριν). Να μη τα πολυλογώ, έφυγα από την έκθεση με το αντίτυπο μου ανά χείρας. Το βιβλίο ωστόσο το διάβασα εν μέσω καλοκαιριού και το τελείωσα μέσα σε μερικές μέρες.

Προκατελλειμένη ούσα, ήξερα ότι θα μου αρέσει – όπως άλλωστε και όλα τα βιβλία της κ.Διβάνη – που συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου συγγραφείς. Αμεσότητα, ζωντάνια, «δυνατοί» χαρακτήρες, έντονα συναισθήματα, αγωνία, δράμα, δράση, θέματα παρμένα από την Ελλάδα του σήμερα, περιπέτεια, μυστήριο…το «Πεινασμένο στόμα» τα έχει όλα συν το πρωτότυπο στόρι.

Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο:

«O Γιάννης Γεωργιάδης είναι ένας φιλόδοξος φοιτητής της Νομικής.  Έχει τα νιάτα του, την ομορφιά του, μια επικίνδυνη εξυπνάδα, αλλά και τίποτ’ άλλο. Ορφανός από μικρός, σπούδασε δουλεύοντας ως εκπαιδευτής σκύλων. Ο Χρίστος Κρεμόπουλος, αντίθετα, ένας από τους γνωστότερους καθηγητές του, έχει κύρος, τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια υψηλές διασυνδέσεις. Συναντιούνται ένα βράδυ τυχαία στον Λυκαβηττό, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά τους, και η… μάχη αρχίζει. Τι θέλει το πεινασμένο στόμα του νεαρού φοιτητή με τόσο πάθος από τον καθηγητή του; Τα λεφτά του; Τη γυναίκα του; Το γιο του; Τη δουλειά του; Τη ζωή του; Ό,τι κι αν θέλει, το σίγουρο είναι πως έχει αποφασίσει να το πάρει. Θα εισβάλει σαν άγγελος εξολοθρευτής στον κόσμο του ανυποψίαστου καθηγητή και θα τον αλώσει ως γητευτής με τη μέθοδο που εκπαίδευε τα σκυλιά. Το όπλο του, άλλωστε, είναι μια κυνική γνώση γραμμένη στο πετσί του: Δημοκρατία δεν υπάρχει, ούτε στην κοινωνία των σκύλων ούτε στην κοινωνία των ανθρώπων. Μόνο αφεντικά και δούλοι.

Μια  ιστορία ζήλιας, πόθου και πάθους, για έναν άνθρωπο που έφτασε μέχρι τα άκρα – και τα ξεπέρασε.»

Στο «Ένα πεινασμένο στόμα» η παρουσία του νεαρού έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα της ζωής του καθηγητή του – εργασία, χρήματα, ασφαλής οικογενειακή κατάσταση. Με αμφιλεγόμενα κίνητρα και με τη δυναμική ενός ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να χάσει, ο Γεωργιάδης  «ορμά » κυριολεκτικά στη ζωή του Κρεμόπουλου και αποκτά τον πλήρη έλεγχο. Όπως είπε και η κ. Διβάνη, μέσα σε λίγες μόνο λέξεις, πρόκειται για μια «ιστορία ενός φοιτητή της Νομικής που δεν έχει τίποτα και τα θέλει όλα, εξού και ορέγεται τη ζωή ενός καθηγητή του που τα έχει όλα και… δεν θέλει τίποτα!». Σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές ανισότητες ολοένα και εντείνονται, που οι διαφορές επισημαίνονται με τρόπο πολλές φορές, σκληρό, που τα όνειρα συντρίβονται στο βωμό της επιβίωσης, το «Πεινασμένο στόμα» δείχνει τόσο…αληθινό! Ίντριγκα, μύχιες σκέψεις και ζοφερή πραγματικότητα,  εμπλέκονται και περιπλέκονται δίνοντας μας ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό και ανατρεπτικό. Άλλωστε σε αυτό συμβάλλουν και οι χαρακτήρες του βιβλίου – πρόσωπα που εν πολλοίς jξέρουμε.

Σαφώς σε όλα τα παραπάνω βοηθά και ο  λόγος της συγγραφέως – άμεσος, γρήγορος, με ρυθμό , με ροή. Με μια γλώσσα «καθημερινή» και σύγχρονη που εικονοποιεί – και που ενδυναμώνεται με τη χρήση διαλόγων αλλά με την εναλλαγή προσώπων στην αφήγηση  – το «Ένα Πεινασμένο Στόμα» καταφέρει να μας  «κρατήσει» μέχρι την τελευταία σελίδα. Καταφέρνει να μας συστήσει ένα κόσμο φιλοδοξιών που δεν απέχει πολύ από το δικό μας.

 Υ.Γ. Αναφορικά με τα λογοτεχνικά βραβεία που προανέφερα – στην τελευταία «ΑthensVoice» οι 15 υποψήφιοι συγγραφείς επιλέγουν το βιβλίο που θα ψήφιζαν – αν μπορούσαν (εκτός από το δικό τους φυσικά). Δείτε το αφιέρωμα ΕΔΩ.

“Απόψε δεν έχουμε φίλους” (Σ. Νικολαΐδου)*

*Επ’ αφορμής των λογοτεχνικών βραβείων του ΕΚΕΒΙ (δείτε ΕΔΩ) κα της υποψηφιότητας του «Απόψε δεν έχουμε φίλους» της Σοφίας Νικολαϊδου, επανά – αναρτώ το ποστ που είχα γράψει όταν είχα διαβάσει το βιβλίο…voila!

«Προσφάτως διάβασα το τελευταίο – και πολυδιαφημισμένο –  βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους». Ήταν στα «υπόψιν» για το καλοκαίρι, ωστόσο κάτι η περίληψη στο πίσω μέρος του βιβλίου, κάτι τα άκρως θετικά σχόλια που άκουσα…το έφεραν πολύ ψηλά στη λίστα με τα “to be read”. Και δεν έκανα λάθος. Τολμώ να πω ότι πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο. Με ενθουσίασε. Δε θα επιχειρήσω να κάνω κριτική (εννοώ αντικειμενική κριτική) θα πω την προσωπική μου γνώμη. Πριν το κάνω αυτό όμως, παραθέτω την περιγραφή από το οπισθόφυλλο:

Δεκέμβριος 2008: Πορείες και συνθήματα. Μια μεγάλη φωτιά σε μια μεγάλη σχολή. Και μια φράση που εκτοξεύεται με δύναμη: Απόψε δεν έχουμε φίλους.
Οκτώβριος 1981-1989: Ένας ανυποψίαστος -μα αποφασισμένος- ιστορικός ερευνά το απαγορευμένο θέμα των δωσίλογων και τις γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από παντού, πέφτουν να τον φάνε.
1934-1944: Ναζιστική Γερμανία, κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι, Έλληνες, Γερμανοί. Μαυραγορίτες, κατηχητικά, φυλακές και συσσίτια. Προδότες και πατριώτες.

Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά.
Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται;
Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη;
Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει;

Το βιβλίο καταπιάνεται με τρεις πολύ σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Με φόντο αυτές τις στιγμές, που  – λίγο εως πολύ -καθόρισαν το μέλλον του τόπου μας, η κ Νικολαϊδου καταφέρνει να περιπλέξει αριστοτεχνικά χαρακτήρες, συναισθήματα, ανθρώπινες σχέσεις, βιώματα. Από παράγραφο σε παράγραφο αλλάζει εποχή, αλλάζει περιβάλλον, ωστόσο, χωρίς να μπερδεύει, καταφέρνει να καθηλώσει. Το περιβάλλον που πλάθει χαρακτηρίζεται καθαρά από τις ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής, και σε αυτό αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται οι ήρωες της. Στα θετικά του βιβλίου η γλώσσα της, η οικονομία έκφρασης, σαφώς η αφηγηματική της σύνθεση αλλά και η ζωντάνια που έχουν οι χαρακτήρες της – σου δίνουν την αίσθηση πως πρόκειται για άτομα που έχεις γνωρίσει, που έχεις συναναστραφεί ή που έχεις ακούσει για αυτά. Άκρως θετικό και το γεγονός ότι δυσκολεύεσαι να πάρεις θέση, να ταυτιστείς με κάποιον ήρωα. Μιλάει για σύγχρονη ιστορία – και στη σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχουν ήρωες, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.

Την Νικολαϊδου δεν την ήξερα, χάρηκα όμως πάρα πολύ που τη γνώρισα. Όπως και χάρηκα που διάβασα αυτό το βιβλίο. Αξίζει.

Μπορείς να δεις κριτικές και παρουσιάσεις ΕΔΩ αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική ΕΔΩ.

Twilight series: The extensive archive

Διαπιστώνω τελευταίως ότι τα βαμπιράκια είναι πολύ της μοδός. Και κακά τα ψέμματα, η Stephanie Meyer και η εξαιρετικά δημοφιλής τετραλογία της συνέβαλαν κατά πολύ σε αυτό! Μπορεί από πολλούς φαν του είδους να θεωρείται…light, ωστόσο το «Twilight» (και οι συνέχειες του φυσικά), άμα τη εμφανίσει τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και κατόπιν στη μεγάλη οθόνη…έφεραν πανικό! Πολλές πολλές (πάρα πολλές όμως!) πληροφορίες για το «φαινόμενο» μπορείτε να δείτε ΕΔΩ. Συνεντεύξεις, φωτογραφικά slide shows, videos…and more!

«27 Reasons That Eclipse the Movie Is Better Than Eclipse the Book»

Κατά γενική ομολογία όταν ένα βιβλίο μεταφέρεται στη «μεγάλη οθόνη», το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα αυτό που ελπίζουμε – δεν είναι λίγες οι φορές που υπάρχει απογοήτευση από την κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου, καθώς το φιλμ φαίνεται να υστερεί εν πολλοίς στην απόδοση. Σε αυτό βέβαια μπορούν να φταίνε πολλοί παράγοντες – μπορεί να είναι υψηλές οι προσδοκίες, μπορεί η ανάγνωση του βιβλίου να δημιούργησε άλλες εικόνες ή μπορεί πολύ απλώς το σενάριο να μην ακολούθησε πιστά τη «γραμμή» του βιβλίου. Πράγμα καθόλου μεμπτό, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο κινηματογράφος είναι μια όλοτελα διαφορετική μορφή τέχνης – συνεπώς και έκφρασης. Όπως και να ‘χει, έγκειται στα προσωπικά κριτήρια  του καθενός το πως θα κρίνει το αποτέλεσμα.  Στο άρθρο του «New York Magazine» που τιτλοφορείται «27 Reasons That Eclipse the Movie Is Better Than Eclipse the Book» , μπορείτε να δείτε  (με ένα κλικ ΕΔΩ) ένα slideshow με τους λόγους που η ταινία άρεσε περισσότερο από το βιβλίο της Stephanie Meyer – με μια δόση χιουμοριστικής διάθεσης πάντα.* Άλλωστε τα βιβλία – ταινίες – φαινόμενο μονοπωλούν το ενδιαφέρον του κοινού, αυτή την περίοδο, με την πρόσφατη πρεμιέρα του τρίτου μέρους της δημοφιλούς τετραλογίας.

Ακόμη, δείτε την κριτική του David Edelstein , chief film critic στο «New York Magazine», για την «Έκλειψη», με ένα κλικ ΕΔΩ.

* Προσοχή πάντως, γιατί το slideshow περιέχει spoilers.

«Απόψε δεν έχουμε φίλους» (Σ. Νικολαΐδου)

«Απόψε δεν έχουμε φίλους» – Εξώφυλλο

Προσφάτως διάβασα το τελευταίο – και πολυδιαφημισμένο –  βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους». Ήταν στα υπόψιν για το καλοκαίρι, ωστόσο κάτι η περίληψη στο πίσω μέρος του βιβλίου, κάτι τα σχόλια που άκουσα… το έφεραν πολύ ψηλά στη λίστα με τα “to be read”. Και δεν έκανα λάθος. Τολμώ να πω ότι πρόκειται για ένα υπέροχο βιβλίο. Με ενθουσίασε. Δε θα επιχειρήσω να κάνω κριτική (εννοώ αντικειμενική κριτική) θα πω την προσωπική μου γνώμη. Πριν το κάνω αυτό όμως, παραθέτω την περιγραφή από το οπισθόφυλλο:

Δεκέμβριος 2008: Πορείες και συνθήματα. Μια μεγάλη φωτιά σε μια μεγάλη σχολή. Και μια φράση που εκτοξεύεται με δύναμη: Απόψε δεν έχουμε φίλους.
Οκτώβριος 1981-1989: Ένας ανυποψίαστος -μα αποφασισμένος- ιστορικός ερευνά το απαγορευμένο θέμα των δωσίλογων και τις γερμανοφασιστικές οργανώσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Από παντού, πέφτουν να τον φάνε.
1934-1944: Ναζιστική Γερμανία, κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι, Έλληνες, Γερμανοί. Μαυραγορίτες, κατηχητικά, φυλακές και συσσίτια. Προδότες και πατριώτες.

Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά.
Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται;
Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη;
Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει;

Το βιβλίο καταπιάνεται με τρεις πολύ σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Με φόντο αυτές τις στιγμές, που  – λίγο εως πολύ – καθόρισαν το μέλλον του τόπου μας, η κ Νικολαϊδου περιπλέκει αριστοτεχνικά χαρακτήρες, συναισθήματα, ανθρώπινες σχέσεις, βιώματα. Από παράγραφο σε παράγραφο αλλάζει εποχή, αλλάζει περιβάλλον, ωστόσο, χωρίς να μπερδεύει, καταφέρνει να καθηλώσει. Το περιβάλλον που πλάθει χαρακτηρίζεται καθαρά από τις ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής, και σε αυτό αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται οι ήρωες της. Στα συν του βιβλίου η γλώσσα της, η οικονομία έκφρασης, σαφώς η αφηγηματική της σύνθεση αλλά και η ζωντάνια που έχουν οι χαρακτήρες της – σου δίνουν την αίσθηση πως πρόκειται για άτομα που έχεις γνωρίσει, που έχεις συναναστραφεί μαζί τους ή που έχεις ακούσει για αυτά. Παρόλα αυτά, δυσκολεύεσαι να πάρεις θέση, να ταυτιστείς με κάποιον ήρωα. Μιλάει για σύγχρονη ιστορία – και στη σύγχρονη ιστορία δεν υπάρχουν ήρωες, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.

Την Νικολαϊδου δεν την ήξερα, χάρηκα όμως πάρα πολύ που τη γνώρισα. Όπως και χάρηκα που διάβασα αυτό το βιβλίο.

Μπορείς να δεις κριτικές και παρουσιάσεις ΕΔΩ αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική ΕΔΩ.

Literature-Map

Αυτό λοιπόν το site – το οποίο τιτλοφορείται «Literature-Map: The tourist map of literature»  – είναι ένας ιστότοπος, στην αρχική του σελίδα  του οποίου, εισάγεις το όνομα του αγαπημένου σου συγγραφέα και κατόπιν σου δίνει ένα χάρτη με ονόματα συγγραφέων που πιθανόν θα σου αρέσουν τα έργα τους! Το μόνο «μειονέκτημα» είναι ότι το σύστημα δεν δέχεται ονόματα Ελλήνων συγγραφέων – όμως και πάλι οι επιλογές παραμένουν πολλές!

Ρίξτε μια ματιά με ένα κλικ ΕΔΩ