Εσύ τι νοσταλγείς;

Kάπου στο αχανές του διαδικτύου κυκλοφορεί μια φωτογραφία που απεικονίζει μια κασέτα κι ένα μολύβι. Και που κάτω στη λεζάντα γράφει «οι νέες γενιές δε θα μάθουν ποτέ τι σχέση έχουν αυτά τα δύο».

Τη βρήκα αστεία και συνάμα μελαγχολική. Είναι αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση που σου αφήνει η νοσταλγία. Γιατί, ναι όσο κι αν έχει προοδεύσει η τεχνολογία, όσο κι τα βήματα που έχουμε κάνει είναι υπέρ του δέοντος σημαντικά, όσο κι αν εγώ η ίδια ακόμα, δηλώνω λάτρης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για τη διευκόλυνση που μας έχουν προσφέρει τόσο απλόχερα, στιγμές με πιάνω να αναπολώ συνήθειες και αντικείμενα του παρελθόντος. Τις κασέτες, τα γράμματα, τους δίσκους. Πράγματα  που ο χρόνος τα έχει πάρει μαζί του. Πράγματα που έχουν χαθεί κι άλλα που οδεύουν προς τη λήθη.  Όλα τούτα που όταν ανοίγει το σεντούκι των αναμνήσεων, δεν έχουν μυρωδιά ναφθαλίνης. Κάθε άλλο. Έχουν «άρωμα» παιδικών αναμνήσεων, σαν η τότε ζωή μας να έχει αφήσει πάνω τους μια γλύκα.

Ναι, ας πούμε, είναι μαγικό που μπορείς και χωράς δισκοθήκες ολόκληρες σε ένα σκληρό δίσκο, που δε ξεπερνά το μέγεθος ενός βιβλίου. Που μπορείς ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίσεις το τραγούδι που ακούγεται στο χώρο και να το βρεις σε δευτερόλεπτα στο youtube. Να το ακούσεις. Να το έχεις (ίσως και δωρεάν) στον υπολογιστή σου σε λίγα λεπτά. Όμως, κάπως μου λείπει εκείνο το τότε που περιμέναμε πάνω από το ραδιόφωνο για να ακούσουμε το τραγούδι που ζητήσαμε. Που με προσμονή πατούσαμε το «record» για να το  αποθηκεύσουμε σε κάποια κασέτα. Που το ακούγαμε έπειτα ηχογραφημένο μαζί με τη φωνή του ραδιοφωνικού παραγωγού. Κι έπειτα, που συλλέγαμε τα «καλύτερα» , τα αγαπημένα μας, σε άλλες κασέτες για να τις χαρίσουμε. Ίσως και με κάποια αφιέρωση. Και ήταν ωραία που αντί για λίστες φακέλων με ονόματα «τάδε full discography» είχαμε δίσκους. Περιμέναμε την κυκλοφορία τους, συρρέαμε στο κοντινό δισκοπωλείο, κι ύστερα τρέχαμε όλο προσμονή να ανοίξουμε τη συσκευασία, να ξεφυλλίσουμε το συνοδευτικό βιβλιαράκι, να χαζέψουμε τις φωτογραφίες, να διαβάσουμε τους στίχους. Σαν ιεροτελεστία. Το δισκάκι πλημμύριζε το χώρο μελωδίες. Που τις ακούγαμε προσεκτικά. Πριν η ακρόαση γίνει κατανάλωση.

Όπως επίσης είναι, ας πούμε, μαγικό που μπορείς να στείλεις εκτενέστατα μηνύματα μέσα σε λίγα λεπτά και να λάβεις απάντηση άμεσα. Αλλά να κάπως έχω την αίσθηση πως όσο και να «προσωποποιούμε» τούτα τα ψηφιακά μηνύματα με επιλογή γραμματοσειράς, χρωμάτων και μεγεθύνσεων, πάντα κάτι θα λείπει σε σχέση με τα άλλα, τα χάρτινα γράμματα. Που μπορεί και να μην έφταναν ποτέ ή να έφταναν όταν ο καιρός είχε περάσει κι άλλα, δεκάδες πράγματα είχαν συμβεί στο μεσοδιάστημα. Σίγουρα καθόλου πρακτικό. Αλλά εκείνα τα λόγια στο χαρτί, οι μουτζούρες απ’ το στυλό για κάτι που έπρεπε να γραφτεί αλλιώς, το κίτρινο κουτί, τα γραμματόσημα, η προσμονή τα πρωινά για τον φάκελο κάτω από την πόρτα, είχαν μια δόση ρομαντισμού, που καμιά φορά είναι τόσο αναγκαίος – ίσως πιο αναγκαίος από τις παροδικές διευκολύνσεις.

Ίσως να είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αντιστέκομαι πεισματικά στους ηλεκτρονικούς αναγνώστες. Περισσότερο από φόβο, ότι το βιβλίο θα ακολουθήσει την πορεία των παραπάνω. Μπορεί από καιρό να μοιράζω τις αγορές μου σε ψηφιακά και τούβλινα βιβλιοπωλεία, όμως δε νιώθω ακόμα έτοιμη να αποχωριστώ το χάρτινο βιβλίο μου. Θα γίνει. Όλα δείχνουν πως θα γίνει. Γιατί αν αγαπάς το διάβασμα, είναι πρακτικά αδύνατο επί του παρόντος, να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις οικονομικά (άλλη και μεγάλη συζήτηση αυτή που αφορά στις τιμές των βιβλίων και δη των ελληνικών). Για αυτούς που η ανάγνωση είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια, οι e-readers είναι μάλλον μονόδρομος – ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Όμως, να, είναι που πώς μπορείς να υποκαταστήσεις αυτό το πρώτο ξεφύλλισμα, τα λόγια στο οπισθόφυλλο, τη μυρωδιά του βιβλίου;

Δεν είναι μόνον τα αντικείμενα. Φυσικά. Στο μυαλό μου τριγυρνά εκείνος ο στίχος «σούπερ μάρκετ ζωές και χαμένες στιγμές…» και αμέσως σκέφτομαι τις καλοκαιρινές βόλτες. Ακόμα και σήμερα, χαμογελώ σα μικρό παιδί όταν βλέπω παρέες μαζεμένες στις γειτονιές, στις αυλές, στα μπαλκόνια. Είναι ωραία αυτή η αίσθηση που δημιουργούν αυτές οι μοιρασμένες στιγμές. Όχι δια της οθόνης. Όχι δια πληκτρολογημένων μηνυμάτων. Όχι σα μοναξιές ενωμένες. Αλλά σαν παρέα. Που γελά, μαλώνει, θυμώνει, φωνάζει και πάλι απ’ την αρχή. Που γεμίζει το χώρο ουσιαστικά. Που πολυκύμαντες ζωές αφήνονται για λίγο και γίνονται νωχελικές. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία περνούν από το νου καλοκαίρια σε γειτονιές, με παγωτά, αναψυκτικά, συζητήσεις των μεγάλων και παρακάλια για να «μείνουμε λίγο ακόμα έξω».

Όλα τούτα ίσως να ακούγονται άτοπα, υπερβολικά ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί και να είναι. Μπορεί ο χρόνος να λειαίνει τις γωνίες, μπορεί να ‘ναι όπως τα λόγια εκείνου του βιβλίου, που η συγγραφέας του έλεγε «δεν εμπιστεύομαι τις αναμνήσεις, βουτάνε στο συναίσθημα και θολώνουν την εικόνα». Μπορεί. Έχουμε άλλωστε την τάση να ωραιοποιούμε τα όσα έχουν παρέλθει. Και σίγουρα αυτή η νοσταλγία είναι παροδική. Δεν γίνεται να υποτιμήσει κανείς το πόσο τυχεροί είμαστε που μπορούμε να έχουμε δίπλα μας ανά πάσα στιγμή όσους δεν είναι κοντά. Που μπορούμε να γράφουμε, να βλέπουμε, να ακούμε, να συνομιλούμε, να γνωρίζουμε, να μαθαίνουμε, να διασκεδάζουμε τόσο εύκολα και τόσο ανέξοδα. Ναι, αυτό το «παράθυρο» που έχουμε στον κόσμο είναι ανεκτίμητης αξίας. Όμως, να, είναι που καμιά φορά μυρωδιές κι εικόνες σε ταξιδεύουν προς τα πίσω. Και ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κι ετούτα τα ταξίδια έχουν μια ομορφιά; Είναι οι σταθερές μας. Είναι όλα αυτά που έχουν διαμορφώσει το σήμερα και τα αύριο μας.

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στο Μaga.gr στις 8 Νοεμβρίου 2012.

Tα πρωϊνά.

Τα πρωϊνά.

Η ωραιότερη στιγμή της ημέρας. Εκείνη που ανοίγεις τα μάτια σου κι αντικρίζεις τον κόσμο. Εκείνη που το φως λούζει το δωμάτιο κι η μέρα σου δείχνει τη διάθεση της.

Θα ‘χει ήλιο, σύννεφα ή βροχή;

(…) αναρωτιέμαι: αντιλαμβάνονται ότι αυτή η στιγμή, αυτό το υπέρλαμπρο πρωϊνό δε θα ξανάρθει ποτέ; Συνειδητοποιούν ότι ζούμε τώρα, εδώ, κι ότι όλα είναι επισφαλή, εύθραυστα και πρόσκαιρα;

Τα πρωινά.

Τα ασυναίσθητα δευτερόλεπτα που προσπαθείς να ισορροπήσεις μεταξύ ύπνου και μη. Που όλα είναι πιθανά. Που χουζουρεύεις σε ξέστρωτα σεντόνια και προσπαθείς να κάνεις τα όνειρα να διαρκέσουν λίγο παραπάνω. Κι έπειτα τα όνειρα δίνουν τη θέση τους στη πραγματικότητα.

Πόσα από αυτά θα γίνουν αληθινά;

  (…) είναι η διαφεύγουσα λαμπρότητα που λαμπυρίζει στις ραφές κάποιων ονείρων. Της λαμπρότητας που, σαν ξυπνάμε, ήδη ξεθωριάζει από το νου μας και σηκωνόμαστε με την ελπίδα να τη βρούμε, ίσως σήμερα, τούτη την καινούρια μέρα, όπου όλα μπορούν να συμβούν, όλα μα όλα.

Τα πρωϊνά.

Ο ήχος από το ξυπνητήρι που αλλάζεις κάθε τόσο.

Ο ζεστός καφές. Ο πρώτος καφές της ημέρας. Μαζί με τα πρώτα νέα.

Μαζί με ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα. Και λίγο ραδιόφωνο.

(…) αν είχα τις λέξεις και τη μουσική, θα τραγουδούσα «Ω, τι υπέροχο πρωϊ!» κάθε καινούρια μέρα που ξυπνάω κι έχω την υγεία μου, το κεφάλι μου είναι στη θέση του, δεν πονάει, δεν καίει από τον πυρετό. Κάθε καινούρια μέρα που μοιάζει με κατάφωτο δωμάτιο.

Τα πρωινά.

Mοναχικά ή με παρέα.

 

Τα πρωινά.

Όπως τα είπαν οι άλλοι.

(…) γνωρίζουμε ότι αυτές τις ώρες αναπόφευκτα, θα ακολουθήσουν κι άλλες, πολύ ζοφερότερες και δυσκολότερες. Κι όμως, λατρεύουμε την πόλη το πρωί. Ελπίζουμε, περισσότερο απ’ ότιδήποτε άλλο, να μας δοθεί κι άλλο.

Η Νέα Υόρκη, με το σαματά της και τα αυστηρά, γκρίζα γεράματα της, την απύθμενη παρακμή της, δεν παραλείπει να παράγει μερικά πρωϊνά σαν και τούτο. Πρωϊνά που κατακλύζονται από μια επιβεβαίωση της νέας ζωής, τόσο αποφασισμένης που είναι σχεδόν κωμική, σαν ήρωας κινουμένων σχεδίων που αντέχει ατέλειωτες, φριχτές τιμωρίες και πάντα βγαίνει σώος, αλώβητος, έτοιμος γι’ ακόμα περισσότερα.

Τα πρωϊνά.

Όπως τα ζούμε εμείς.

Aυτό είναι τo soundtrack της ανάρτησης. H εικονογράφηση έγινε από τα υπέροχα browndresswithwhitedots και kiyoaki, ενώ τα αποσπάσματα προέρχονται από τα βιβλία: «Ο χρόνος πάλι» (Σ. Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκης, 2009) και «Οι ώρες» (Michael Cunningham, εκδ. Λιβάνης, 2000).

Να ζεις, να μην απλά επιβιώνεις

Σκέφτομαι πως θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Ένα παρακινητικό κείμενο. Από αυτά που βρίσκω στο διαδίκτυο και μου φτιάχνουν τη διάθεση. Από αυτά που μεταδίδουν το μήνυμα για τις μικρές χαρές της ζωής. Θέλω στα αλήθεια. Θέλω να πω τόσα για το – έστω και κοινότυπο – «άδραξε τη μέρα», για την ευτυχία και τις στιγμές που μπορεί να προσπερνάμε βυθισμένοι στη διάχυτη μιζέρια που μας περιβάλλει.

Ψάχνω τις φράσεις για να γεμίσω ένα τέτοιο άρθρο αλλά η καθημερινότητα μού κρύβει τις αισιόδοξες λέξεις. Ξεχνά στην επιφάνεια τις άλλες, αυτές που όταν συνδεθούν και φτιάξουν προτάσεις, αφήνουν πίσω τους μια πικρή γεύση. Με προσγειώνει με θόρυβο στο εδώ να παρατηρώ τις φθινοπωρινές μας μέρες. Μιλώ με φίλους και γνωστούς. Κοιτώ τους ανθρώπους – περισσότερο αυτούς της γενιάς μου: αυτούς δηλαδή που ηλιακά τοποθετούνται μεταξύ 25 και αρχών των 30. Άνεργοι. Ή «υπό-εργαζόμενοι». Που σπούδασαν, που έχουν ένα και δύο (και παραπάνω) τίτλους, που ονειρεύτηκαν ένα αύριο γεμάτο προοπτικές και τελικά αυτό το αύριο κάπως μετατράπηκε σε χθες. Κι αντί να διεκδικούν τη ζωή τους, περνάνε μέρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή – που στη μεγάλη πλειοψηφία τους βρίσκεται στο σπίτι των γονιών.

Μια καθημερινότητα που δε διαφέρει και πολύ για τους μεγαλύτερους ή και τους μικρότερους. Περιμένουμε. Όλοι σε μια αναμονή παραδόξως ήσυχη. Περιμένουμε την ανατροπή. Το θαύμα που θα μας σώσει. Εύπιστοι και δύσπιστοι την ίδια στιγμή. Προσπαθούμε να κρατηθούμε από «σειρήνες» που υπόσχονται τη σωτηρία μας και την ίδια στιγμή τις καταδικάζουμε. Γιατί κακά τα ψέματα – χορτάσαμε από σωτήρες που καμιά «σωτηρία» δε μας χάρισαν. Το σύνδρομο του μεσσιανισμού πέρασε ανεπιστρεπτί – σαρώνοντας όμως και την πίστη μας εν γένει. Μαζεμένοι. Απογοητευμένοι. Δεν αντιδρούμε. Δε ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε. Φοβόμαστε για το χειρότερο σενάριο κι έτσι αρκούμαστε στο λιγότερο άσχημο σενάριο. Και περιμένουμε. Το θαύμα.

Κι έπειτα οι μέρες κυλούν με σωρούς βιογραφικών από δω κι από ‘κει. Με ελπίδες για μια δουλειά. Με οργή για το «μη παρέκει». Για τα «σκάνδαλα» που βρίσκουν το φως της δημοσιότητας και ύστερα ξανά-χάνονται στο σκοτάδι της ατιμωρησίας. Λίγο. Τόσο όσο. Θυμώνουμε. Φωνάζουμε στους γύρω μας. Ξεσπούμε σε αυτούς γιατί δε μπορούμε να ξεσπάσουμε στους άλλους. Αγκιστρωνόμαστε από σενάρια συνομωσίας και αβάσιμες πολιτικές συζητήσεις. Και κάποιες στιγμές δείχνουμε διατιθέμενοι να αλλάξουμε χωρίς να ξέρουμε τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Η γενικευμένη έλλειψη παιδείας κι η πρότερη επικρατούσα νοοτροπία έχουν γίνει οδοστρωτήρες και μας παρασέρνουν στη δίνη της υπάρχουσας πραγματικότητας. Και εμείς περιμένουμε να κοπάσει η καταιγίδα. Χωρίς μιλιά. Χωρίς προτάσεις. Χωρίς κινητικότητα. Αναλωνόμαστε σε ανούσιες κουβέντες και αναμασημένα λόγια που συχνά απέχουν έτη φωτός από την πραγματικότητα.

Θέλω όμως να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Σκέφτομαι την ομιλία του Michael Ignatieff στο φετινό «TEDxAcademy» με τίτλο «If I were 25 and Greek». Συμφωνώ μαζί του. Νεύω προς την οθόνη επιδοκιμαστικά. Για 19 λεπτά σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω εγώ. Για λίγο. Κι έπειτα ανοίγω ένα άλλο παράθυρο. Ιδέες και λόγια. Και σκέψεις παρακινητικές. Κι ύστερα αυτό το παραλυτικό αίσθημα αδυναμίας που λειτουργεί αποτρεπτικά στο «στύψουμε την πέτρα» (που έλεγαν και οι παλαιότεροι) και κάνει τις συζητήσεις μας να γεμίζουν με τσαλαπατημένα «θα ήθελα».

«Θα ήθελα». Πολλά και μαζεμένα. Που χάνονται στη μάχη με τα «δε μπορώ». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο παράπονο τούτης της γενιάς είναι ότι χάνει – μέρα με τη μέρα – το δικαίωμα στο όνειρο. Στο να διεκδικήσει το αύριο της όπως το θέλει. Να υπέρ-πηδήσει τα εμπόδια της αναξιοκρατίας και να προχωρήσει. Να σταματήσει να περιμένει. Γιατί είναι πραγματικά φριχτό (ίσως να ακούγεται υπερβολικό αλλά είναι) να είσαι στην πιο παραγωγική ηλικία και να έχεις καθηλωθεί σε μη-παραγωγικότητα. Ακούγονται ωραία φράσεις όπως το «όποιος θέλει μπορεί» αλλά ο ρεαλισμός τις ακυρώνει το δίχως άλλο.

Δε γνωρίζω πως μπορούμε να βγούμε από τούτη την αναμονή (αν και πολύ θα ‘θελα!). Δε ξέρω πως μπορούν τα «should I stay or should I go» να πάψουν να γέρνουν κατάφορα υπέρ του δεύτερου. Αλλά να, είναι που θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Θέλω να μας πω να κρατιόμαστε από εικόνες. Από ανθρώπους κοντινούς. Από βιβλία και μουσικές και ταινίες. Που μπορεί να μη δίνουν λύσεις στα προβλήματα μας αλλά «μας κρατούν το χέρι στα δύσκολα». Και θέλω να μας πω να αφήνουμε χώρο στο μικρόκοσμο μας και για άλλους. Να είμαστε ψύχραιμοι. Να βρούμε τρόπους να κάνουμε τις στιγμές δικές μας. Για τα μικρά και έπειτα για τα μεγάλα. Να μην αφήνουμε να περνά άλλη μια μέρα κι έπειτα να αναρωτιόμαστε που πήγε και αυτή.

Είναι όπως το ‘χε πει μια εκ των ηρωίδων του Cunningham στο πολυδιαβασμένο του «Οι Ώρες»:

«I remember one morning getting up at dawn, there was such a sense of possibility. You know, that feeling? And I remember thinking to myself: so this is the beginning of happiness. There is where it starts. And of course there will always be more. It never occurred to me it wasn’t the beginning. It was happiness. It was the moment. Right then.»

Η σημασία του να μη προσπερνάς τη στιγμή. Η δυσκολία του να ζεις, κι όχι απλά να επιβιώνεις.

* Το κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 5 Οκτωβρίου 2012.

Οκτώβρης.

Ένας δίσκος που ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος κι ύστερα πάλι.

Ένας στίχος που λέει αυτά που θες αλλά δε λες.

Ατελείωτο μπλα μπλα και αδράνεια.

Απραγματοποίητα «θα» και εκλάμψεις νοσταλγίας.

Ραδιόφωνο 24/7 και ταινίες σε δόσεις.

Ζεστός καφές και βιβλία, άλλα καινούρια άλλα ξαναδιαβασμένα.

Περπατάδες από δω κι από κει.

Νέα που έρχονται σωρηδόν αλλά τα επεξεργάζεσαι βραδέως. Kι άλλα που δε θες να πιστέψεις.

Όλο και πιο συχνές αφορμές να οργιστείς.

Αναβλητικότητα.

Αγγελίες και βιογραφικά.

Refresh στο mail.

Σκέψεις πολλές, δράσεις λιγότερες.

Μια παράσταση που θες να δεις.

Χειμωνιάτικα ρούχα ανάκατα με καλοκαιρινά.

Συνειδητός στρουθοκαμηλισμός και ανάγκη για διαφυγή.

Ένα βλέμμα.

Χαμόγελα βεβιασμένα.

Ανταλλαγή μηνυμάτων με τους μακριά που θες να φέρεις κοντά.

Ένα γέλιο που ξεπηδά στα ξαφνικά.

Στιγμές για να κρατηθείς.

Όλα τους συστατικά τούτου του Οκτώβρη.

 

«Damages»

Mερικές φορές σκέφτομαι πως είναι αδιανόητο το επίπεδο των τηλεοπτικών σειρών που συναντάμε σε μερικές χώρες.

Αυτό σκεφτόμουν και παρακολουθώντας το τελευταίο επεισόδιο του «Damages».

Είναι μια σειρά ιδιαίτερη. Από το πρώτο της λεπτό ήταν.

Πέντε season που προβλήθηκαν από δύο τηλεοπτικά κανάλια. Πέντε χρόνια γεμάτα δικαστικές υποθέσεις – κι ας είδαμε μόλις ελάχιστα πλάνα δικαστικής αίθουσας όλον αυτόν τον καιρό.

Τα φώτα εξ’ αρχής ήταν στραμμένα στο παρασκήνιο. Στις δολοπλοκίες. Σε πολύπλοκες ιστορίες που δεν αναλώθηκαν όμως σε πολύπλοκες απαντήσεις χάριν εντυπωσιασμού. Αντίθετα, τα σεναριακά ευρήματα ήταν εξαιρετικά ευφυή και ταυτόχρονα ενδεδυμένα με καθηλωτική απλότητα.

Δεν είναι όμως μόνο οι συγγραφείς της σειράς το μεγάλο της ατού. Από όποια πλευρά κι αν την εξετάσεις βρίθει πλεονεκτημάτων. Της σκηνοθεσίας συμπεριλαμβανομένης: πλάνα κινηματογραφικά και flashbacks που ενσωματώνονται ιδανικά με τη λοιπή πλοκή και αναδεικνύουν τις ανατροπές του κειμένου.

 Κι ακόμα περισσότερο του ερμηνευτικού μέρους.

Με την Glenn Close να ηγείται του καστ, δεν αναμένεις κάτι λιγότερο. Κι όμως. Είναι ακόμα καλύτερη απ’ όσο περιμένει κανείς. Η «Patty Hewes», ο ρόλος – πυρήνας της σειράς αλλά και από τους σημαντικότερους γυναικείους ρόλους της μικρής οθόνης,  δε θα μπορούσε να ενσαρκωθεί καλύτερα. Οι μεγάλες στιγμές της είναι πολλές με το τελευταίο επεισόδιο να λειτουργεί ως επιστέγασμα αυτών – σε τουλάχιστον δύο στιγμές του. Εξαίσια και η Rose Byrne που στέκεται επάξια και συμπληρώνει το πρωταγωνιστικό δίδυμο.

Ο συνδυασμός ερμηνειών και σεναρίου φέρνει το «Damages» πολύ ψηλά στη λίστα των τηλεοπτικών shows. Ανεπιφύλακτα πρόταση. 

Ή όπως πολύ εύστοχα το θέτει και μια κριτική στο IMDb: «Wow, this series deserves an 11 because 10 just does not give it justice. (…) Watch it and watch it again. TV this good is very rare.»

Και κάτι άλλο: θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο να τελειώσεις μια σειρά τόσων ετών με μια εξέλιξη τουλάχιστον ικανοποιητική για την πλειονότητα του κοινού. Οι τίτλοι τέλους όμως εδώ πέφτουν με τρόπο εντυπωσιακό – η νοηματική σύνδεση με τον τίτλο της σειράς στα τελευταία λεπτά νομίζω πως δύναται να καλύψει και τον απαιτητικότερο θεατή της. Και ένα βήμα παραπέρα: η ηθική προέκταση της πλοκής, η καταμέτρηση των «απωλειών», η κατάληξη, τον υποβάλλει σε σκέψεις, το δίχως άλλο.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως οι όροι «τηλεόραση» και «τηλεοπτικό προϊόν» έχουν συνδυαστεί συνειρμικά ως νοήματα με αρνητική χροιά. Κι ύστερα παρακολουθώ σειρές σαν το «Damages» και βεβαιώνομαι πως δε θα ‘πρεπε. Είναι απλώς θέμα επιλογής του τι θα παρακολουθήσει κανείς.

*Λεπτομέρειες για τα τι και πως της σειράς, φυσικά ΕΔΩ ή στην επίσημη ιστοσελίδα (ΕΔΩ).

**Kαι για όσους είναι φαν και έχουν απορίες για το τέλος, βρήκα άκρως διαφωτιστικό αυτό ΕΔΩ.

Όταν η εκπαίδευση πάει ένα βήμα πιο πέρα

Σε τούτες τις μέρες τις περίεργες, που τα δυσάρεστα νέα έρχονται σωρηδόν και δε ξέρεις από πού να πιαστείς, ένα καλό νέο είναι σαν μια ανάσα. Όχι απ’ αυτές τις κοφτές, τις γεμάτες άγχος, αλλά μια ανάσα κανονική. Σα μια αχτίδα φωτός σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, που είναι εκεί για να σε πείσει ότι υπάρχει φως, ακόμα κι αν τη δεδομένη στιγμή δε το βλέπεις. Πόσο μάλλον στο περιβάλλον που ζούμε – ή ορθότερα  επιβιώνουμε, όπου τα περιθώρια δημιουργικότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Δε θα σταματήσω ποτέ να πιστεύω ότι το Internet (και κυρίως ο Παγκόσμιος Ιστός) είναι μια εφεύρεση μαγική. Για πολλούς λόγους που συνοψίζονται κυρίως στο γεγονός ότι μπορείς από οπουδήποτε – πλέον κι από μια τόση δα συσκευούλα – να έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Φυσικά, όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και τα μειονεκτήματα του είναι ουκ ολίγα: από την ανωνυμία και την άνευ όρων (και άνευ γνώσης) καταγραφή προσωπικών δεδομένων μέχρι την «ακούσια», εν πολλοίς, συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Ούσα όμως τεχνοαισιόδοξη, παραβλέπω τις όποιες αρνητικές του διαστάσεις, που προσωπικά θεωρώ αντιμετωπίσιμες, και έρχομαι στα θετικά. Και κυρίως στο ένα νέο θετικό που πληροφορήθηκα πρόσφατα και είδα λίγο φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» που λέγεται επαρχιακή πόλη εν καιρώ κρίσης, ανεργίας και περικοπών.

Εδώ και κάποιους μήνες, αμερικανικά, κατά κύριο λόγο, πανεπιστήμια, έχουν ξεκινήσει ένα πολύ σπουδαίο εγχείρημα, που φιλοδοξεί να πάει την τριτοβάθμια εκπαίδευση ένα βήμα πιο πέρα. Δηλαδή; Στοχεύουν στη άρση των όποιων ορίων στην προσβασιμότητα και επιχειρούν να δώσουν τη δυνατότητα σε κάθε ένα από μας να παρακολουθήσει μαθήματα που προσφέρονται στα τμήματα τους. Δε χρειάζονται πρότερες γνώσεις, δε χρειάζονται «ειδικά» εφόδια, δε χρειάζεται καμία οικονομική συνδρομή. Μοναδικό προαπαιτούμενο  είναι η όρεξη για μάθηση. Και μια καλή σύνδεση στο διαδίκτυο.

Επί του πρακτικού, τα μαθήματα διαρκούν κάποιες εβδομάδες και οι διαλέξεις είναι στην αγγλική. Η γνώση της γλώσσας θεωρείται μεν απαραίτητη, ωστόσο, όπως διαπίστωσα, πολλές έχουν υπότιτλους και μάλιστα σε πληθώρα γλωσσών, μεταξύ των οποίων και η δική μας. Το φάσμα των επιλογών πολύ μεγάλο: καλύπτει κάθε επιστημονικό τομέα και κάθε ενδιαφέρον. Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων: χιλιάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών και από κάθε γωνιά του πλανήτη εγγράφονται καθημερινά. Το σημαντικότερο είναι πως μπορείς παρακολουθήσεις τις διαλέξεις που «ανεβαίνουν» σε εβδομαδιαία βάση σύμφωνα με το δικό σου χρονοδιάγραμμα. Υπάρχουν επίσης κάποια κριτήρια αξιολόγησης, για όσους επιθυμούν να βαθμολογηθούν και να πάρουν και την αντίστοιχη βεβαίωση παρακολούθησης – η οποία ωστόσο δίνεται από τον κάθε καθηγητή και όχι από το αντίστοιχο πανεπιστήμιο. Επίσης σημαντικό: μπορείς να εγγραφείς και να διαγραφείς από την εκάστοτε τάξη οποτεδήποτε θέλεις.

Στον ιστότοπο του Coursera.org που έχουν ξεκινήσει ήδη κάποια προγράμματα, συμμετέχουν 16 πανεπιστήμια, όπως το Stanford, το Michigan, το Penn και άλλα σπουδαία, ενώ τα προσφερόμενα μαθήματα φτάνουν τα 119! Το Edx.org, από την άλλη, που είχε ανακοινωθεί προ μηνών, ξεκινά τις παραδόσεις το Σεπτέμβρη και είναι μια συνεργασία των MIT, Harvard και Berkeley. Φαίνεται πως τα πανεπιστήμια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού επενδύουν τα μέγιστα στις νέες αυτές πλατφόρμες, κάνοντας τη διαδικασία άκρως συμμετοχική.

Κι αν ο διαφαινόμενος ενθουσιασμός μου δε δικαιολογείται από τα παραπάνω, οφείλω να πω πως ενισχύεται και από προσωπική εμπειρία. Παρακολουθώντας, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μαθήματα στο Coursera, μόνο θετικές είναι οι εντυπώσεις που αποκόμισα, τόσο από τις διαλέξεις και το επίπεδο των μαθημάτων, όσο και από το οργανωτικό του θέματος. Σίγουρα, δεν μπορείς να γίνει ουδεμία σύγκριση με την επικρατούσα εκπαίδευση – δεν πρόκειται για ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τα όσα ισχύουν, αντιθέτως, λειτουργεί συμπληρωματικά. Και είναι ένα βήμα που έχει μπροστά του πεδίο εξέλιξης. Έτσι, αν είσαι υπέρμαχος του «σπουδάζω επειδή…» και όχι «σπουδάζω για να…», αξίζει να κλείσεις την τηλεόραση και να ρίξεις μια ματιά.

Άλλωστε, σε μια κοινωνία εικονική που διέπεται από την αρχή του «sharing», είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτος ο διαμοιρασμός της γνώσης. Όχι;

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του maga.gr στις 24 Αυγούστου 2012.

Πράγματα που αγαπώ κι άλλα που δεν αγαπώ καθόλου

Με αφορμή μια συζήτηση, έκανα μια λίστα με τα πράγματα που αγαπώ αλλά και με ‘κείνα που δεν αγαπώ. Αυτά που αγαπώ βγήκαν περισσότερα.

Πράγματα που αγαπώ:

Τη μυρωδιά της βροχής.  Το άρωμα του φρέσκου καφέ το πρωί. Τις ταινίες και τα βιβλία με καλό τέλος. Τα θερινά σινεμά. Τα χειμερινά σινεμά. Το λευκό κρασί τα καλοκαίρια. Το κόκκινο κρασί τους χειμώνες. Τις κουβέντες που τα συνοδεύουν. Τη θάλασσα το σούρουπο. Τις παραστάσεις στα ανοιχτά θέατρα. Τα καλογραμμένα κείμενα. Τους ευγενικούς  ανθρώπους. Τους παρατηρητικούς ανθρώπους. Τις συναυλίες τις νύχτες που ‘χει φεγγάρι. Τους παθιασμένους με την τέχνη τους. Τα περιοδικά. Τη φωνή της Χαρούλας. Τους στίχους της Νικολακοπούλου. Και του Ευαγγελάτου. Τα live albums. Τις σοκολάτες. Κι ακόμα περισσότερο τις Dairy Milk. Τις πιτζάμες. Τον ήχο της καφετιέρας. Τον ήχο εισερχόμενου μηνύματος. Τα μακρινά ταξίδια με αυτοκίνητο. Τη Σαμοθράκη το καλοκαίρι. Τους ανέμελους χορούς μέχρι τελικής πτώσης. Τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Τα βιβλιοπωλεία. Και τις βιβλιοθήκες.  Τα πλατιά χαμόγελα. Και τις αγκαλιές. Τις μεγάλες πόλεις. Τα πάρκα στις μεγάλες πόλεις. Τις τηγανητές πατάτες. Και τα κρουασάν. Τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Το γαλλικό σινεμά. Τις αφίσες από ταινίες. Τις αίθουσες ζωγραφικής στα μουσεία. Τις μεγάλες βόλτες με τα πόδια. Τις ερημικές παραλίες. Το «Πάτωμα». Τα καλοκαιρινά βράδια σε αυλές και μπαλκόνια. Τις λίστες. Τις δραματικές σειρές. Τις ταινίες της Meryl Streep. Τις συζητήσεις επί παντός.  Τις συνωμοτικές ματιές. Τη μπιρίμπα. Το ραδιόφωνο. Τα δέματα του Amazon. Τα supermarket. Τα moleskine. Τα photoblogs. Το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης». Tον «Ενικό αριθμό» και «Το τρίτο στεφάνι». Tα άνετα παπούτσια. Τα γράμματα. To Παρίσι, κάθε εποχή του κάθε χρόνου.

 

Πράγματα που δεν αγαπώ:

Τη νωθρότητα του καλοκαιριού. Τη ζέστη. Το φως της τηλεόρασης που αναβοσβήνει, όπως αυτό φαίνεται έξω από τα παράθυρα των σπιτιών. Τις ουρές στις υπηρεσίες. Και τη γραφειοκρατία. Τους φακούς επαφής. Τα ταξίδια με το πλοίο ή το τρένο. Τους αγενείς ανθρώπους. Τους αδιάκριτους ανθρώπους. Και τους δήθεν. Τις κωμικές σειρές (εκτός από τα «Φιλαράκια»). Τα διλήμματα. Tη μαύρη σοκολάτα. Τα λαχανικά. Τα αναψυκτικά. Τα μέρη που έχει υπερβολικά δυνατά μουσική. Τους πολύξερους ανθρώπους. Και τους «κολλημένους». Τη θάλασσα το μεσημέρι. Και την ηλιοθεραπεία. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Τον συνωστισμό.  Τον ιαπωνικό σινεμά.  Την παραδοσιακή μουσική. Τα ανορθόγραφα σημειώματα. Τις ταινίες και τα βιβλία φαντασίας. Τις τάσεις φυγής. Τη μιζέρια. Και την αδικαιολόγητη μελαγχολία. Τους άδειους τοίχους. Το φραπέ. Και τη μαρμελάδα. Τα παγωτά με γεύση φρούτων. Και τα γλυκά με φρούτα. Τις πιπεριές. Το πακετάρισμα των αποσκευών. Και τις μετακομίσεις. Την οδήγηση. Τον παραθερισμό κάπου στη φύση. Τα πολλά λόγια που λένε λίγα. Την τεκίλα. Τους αποχαιρετισμούς. Τα σκουφιά και τα γάντια. Τις αίθουσες γλυπτικής στα μουσεία. Τις μικρές πόλεις. Την παραίτηση.  Την επιτήδευση. Τα πολυδιαφημισμένα τίποτα. Τις συμβουλές. Το σκοτάδι.

Η εικονογράφηση του ποστ έγινε από το καταπληκτικό: http://browndresswithwhitedots.tumblr.com/