Εαν αυτό είναι ο άνθρωπος

Πήρα το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μερικά χρόνια πριν, όταν στο Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα ένα μάθημα Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Δε το διάβασα αμέσως, έπειτα κάπως κρύφτηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, το ξαναβρήκα πρόσφατα και χάθηκα στις σελίδες του με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Είτε με τη ματιά του ιστορικού, είτε με αυτή του απλού αναγνώστη, το Ολοκαύτωμα είναι μια περίοδος που δε δύναται να σε αφήσει ασυγκίνητο, αδιάφορο στο έγκλημα που συντελέστηκε, όχι σε κάποια χώρα μακρινή μα μέσα στον πυρήνα της εκβιομηχανισμένης και εκπολιτισμένης Ευρώπης.

Image

Το βιβλίο του Primo Levi είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι ένα χρονικό της περιόδου που ο ίδιος πέρασε στο Άουσβιτς, ένα από τα γνωστότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης (ή ορθότερα εξόντωσης), είναι ένα ανάγνωσμα που συνίσταται το δίχως άλλο. Μέσα από τις σελίδες του γινόμαστε γνώστες της ασύλληπτης καθημερινότητας που βίωσαν οι κρατούμενοι αλλά και του συνεχούς αγώνα τους για επιβίωση. Βεβαίως, για το Ολοκαύτωμα έχουν γραφτεί πολλά, αυτό όμως που προσδίδει ειδικό βάρος στο βιβλίο του Levi, είναι αφενός η μη ανάλωση του σε φθηνούς εντυπωσιασμούς και εύκολους συναισθηματισμούς, αφετέρου η αυτοβιογραφική του υφή. Ο Primo Levi συνέγραψε το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μόλις το 1947 – αμέσως μετά την επιστροφή του στην πόλη του, το Τορίνο – και παρότι άργησε να βρει εκδότη, δεν άργησε να καθιερωθεί ως ένα κλασσικό ανάγνωσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας  γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δομικά και γλωσσικά μπορεί κανείς να εντοπίσει ατέλειες, όμως η συνολική αίσθηση που αφήνει αυτό το βιβλίο, τις διαγράφει από το νου του αναγνώστη. Δεν περιγράφει τις λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων, δε σκορπά λέξεις μίσους. Στο επίμετρο, ο ίδιος εξηγεί «Δεν ανήκω στους ανθρώπους που κλίνουν προς το μίσος (…) Δε θα ήθελα παρόλα αυτά, η απουσία καταδικαστικής κρίσης εκ μέρους μου να ερμηνευθεί σαν γενική άφεση αμαρτιών».

Ορμώμενος από την επιτακτική ανάγκη να κάνει κι εμάς κοινωνούς της φρικτής εμπειρίας του, ανοίγει μια πόρτα στο συναισθηματικό του κόσμο και μας αφήνει να δούμε τις σκέψεις του «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. (…) Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που του στερούν όχι μόνο τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και το σπίτι του, τις συνήθειες του, τα ρούχα του, κυριολεκτικά οτιδήποτε του ανήκει: θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στη θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπεια και τη λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν τη ζωή του και θα αποφασίζουν για το θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος. Τότε θα γίνει κατανοητή η διπλή σημασία του όρου “στρατόπεδο εξόντωσης”, θα γίνει κατανοητό τι θέλαμε να εκφράσουμε με αυτή τη φράση: είμαστε στον πάτο».

Κι έπειτα «ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια· είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι· σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στη βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στη σάρκα νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

Και πιο μετά «Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, τη φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά· σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. Είχα μεγάλη, τυφλή, βαθιά εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, το να σκοτώνεις και να πεθαίνεις μου φαινόταν πράγματα ξένα, ότι ανήκαν στη λογοτεχνία. Τις μέρες μου, χαρούμενες και λυπημένες, όλες τις νοσταλγούσα γιατί ήταν μέρες γεμάτες και πλούσιες (…)».

Image

Σταματώ για λίγο σε ένα πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», όπου ο συγγραφέας αποστασιοποιημένος από την τρομερή κατάσταση που βίωσε, εξετάζει το στρατόπεδο συγκέντρωσης σα μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία και απλώνει μπροστά μας, σα να είμαστε μάρτυρες ενός κοινωνιολογικού πειράματος, όλο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. «Απομονώνονται πίσω από το συρματόπλεγμα χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, καταγωγής, γλώσσας, κουλτούρας, διαφορετικών συνηθειών και εδώ τους επιβάλλεται ένας τρόπος ζωής απαράλαχτα επαναλαμβανόμενος, ελεγχόμενος, όμοιος για όλους και κατώτερος των αναγκών τους: είναι ο πιο σκληρός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας πειραματιστής για να καθορίσει τι είναι έμφυτο και τι επίκτητο στη συμπεριφορά του ανθρώπου-πειραματόζωου στον αγώνα για την επιβίωση». Κι αν στην κανονική ζωή η διάκριση είναι λιγότερο προφανής, εκεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η αβάστακτη μοναξιά του καθενός, έδειξε μέσα από ένα μεγενθυτικό πρίσμα τις διαφοροποιήσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, τις μονάδες που συνθέτουν την κοινωνία.

Ο χρόνος που πέρασε ο Primo Levi στο Άουσβιτς, ο χρόνος  που μετρούσε αλλιώτικα από τον δικό μας, ρίχνει φως σε ένα πλήθος ζητημάτων γύρω από μια ιστορική περίοδο, που όσα επίθετα κι αν αραδιάσουμε δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Με ένα εξαίσιο τελευταίο κεφάλαιο («Ιστορία δέκα ημερών») κλείνει την αφήγηση του, αφήνοντας μας με δεκάδες σκέψεις κι άλλα τόσα ερωτηματικά: Ποιος γνώριζε; Πως έγινε δυνατή η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εξόντωσης στην καρδιά της Ευρώπης; Ποιες ιστορικές συνθήκες επέτρεψαν αυτόν τον όλεθρο; Από πού πηγάζει τόσο μίσος και πώς κατάφερε να μεταλαχθεί σε μια ανεξέλεγκτη παραφροσύνη;

Ερωτήματα που δεν αρκούν ίσως ιστορικές αναλύσεις επί αναλύσεων για να απαντηθούν. Είναι η αδυναμία της λογικής να σταθεί μπροστά στο παράλογο. Ερωτήματα που στέκονται αμείλικτα στο πέρασμα του χρόνου. Μαρτυρίες σαν και αυτή του Primo Levi διατηρούν τη μνήμη ζωντανή, μας θυμίζουν αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσουμε μα μας θυμίζουν και κάτι άλλο: πόσο απαραίτητη είναι η ιστορική γνώση για την κατανόηση της όποιας πραγματικότητας μας. Γιατί η αβίαστη χρήση όρων, όπως για παράδειγμα αυτή του φασισμού, τις κάνει να χάνουν το πραγματικό τους – τρομακτικό- βάρος. Γιατί η αμάθεια, η ημιμάθεια, η άγνοια, η οδηγούν σε μονοπάτια που (εύχομαι πως) κανείς συνειδητά δε θέλει να βαδίσει. Γιατί, μπορεί να ηχεί κοινότυπο αλήθεια, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό, η πηγή των προβληματικών καταστάσεων και η απάντηση στα υπαρκτά μας προβλήματα είναι πάντα η παιδεία. Κι όπως έγραψε και ο Julian Barnes στο «Ένα κάποιο τέλος»* του «(η Ιστορία) είναι μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων». Ας μάθουμε αυτές. Ας μάθουμε από αυτές.

Info:

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (1997), σε μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη. Στην Ιταλία, από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με απαντήσεις του συγγραφέα σε ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου, τη συνομιλία του Primo Levi με τον Phillip Roth (1986, The New York Review of Books) αλλά και εργοβιογραφία του.

* «Ένα κάποιο τέλος», Julian Barnes, 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης

To κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 19 Απριλίου 2013.  

Ένα θαυμάσιο βιβλίο

Από τους λίγους τομείς που θα έχουν θετικό πρόσημο τη φετινή χρονιά (τουλάχιστον ως τώρα, μιας και έχουμε ακόμα σχεδόν άλλο μισό μέχρι το τέλος της) είναι τα αναγνώσματα της. Βιβλία που με έκαναν να ξεχαστώ, άλλα που με προβλημάτισαν, κάποια που με παίδεψαν, κάποια που δεν μπορούσα να αφήσω στο πλάι – κατά πλειοψηφία τους όμως βιβλία που καταγράφηκαν με υψηλή βαθμολογία στο νοητό σημειωματάριο.

Ένα από αυτά, κι αυτό που διαβάζω τώρα. Το πραγματικά υπέροχο «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» του Jean Michel Guenassia (εκδ. Πόλις, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου). Σπανίως μιλώ για κάποιο βιβλίο – και δη δημόσια – χωρίς να το έχω τελειώσει, όμως τούτο δω με έχει γοητεύσει από πολύ νωρίς. Άλλωστε και οι απόψεις φίλων και γνωστών που το συνόδευαν, μόνο το επαινούσαν. Πράγμα εξίσου σπάνιο, αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και για αριστουργήματα ο αντίλογος είναι δεδομένος (και λογικό). Το βιβλίο σε προδιαθέτει από την αρχή. Πριν καν το ανοίξεις θα μπορούσα να πω. Ναι, never judge a book by its cover, μα οι Εκδόσεις Πόλις κάνουν εκπληκτική δουλειά με τα εξόχως προσεγμένα βιβλία τους. Δε χαίρεσαι απλά να τα διαβάζεις, χαίρεσαι να τα έχεις στη βιβλιοθήκη σου.

pic1

Η ιστορία του δωδεκάχρονου Μισέλ Μαρινί, σε καθηλώνει, σε κάνει να μη θες να τελειώσουν οι 700 σελίδες της.

Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο:

Το 1959 ο Μισέλ Μαρινί είναι δώδεκα ετών. Είναι η εποχή του ροκ-εν-ρολ και του Πολέμου της Αλγερίας. Ο ίδιος είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού «Balto», ενός μπιστρό στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Στην πίσω αίθουσα του μπιστρό θα γνωρίσει τον Ίγκορ, τον Λεονίντ, τον Σάσα, τον Ίμρε και την υπόλοιπη παρέα, πολιτικούς πρόσφυγες από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι άνθρωποι αυτοί εγκατέλειψαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις οικογένειές τους, πρόδωσαν τα ιδανικά και τα πιστεύω τους. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, στη Λέσχη σκακιστών που φιλοξενεί η πίσω αίθουσα του «Balto», όπου συχνάζουν επίσης ο Ζοσέφ Κεσέλ και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Επιπλέον, τους δένει ένα φοβερό μυστικό, που ο Μισέλ τελικά θα το ανακαλύψει. Η γνωριμία με τα μέλη της Λέσχης θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του αγοριού. Γιατί είναι όλοι τους αθεράπευτα αισιόδοξοι.

Πορτρέτο μιας γενιάς, λεπτομερής αναπαράσταση μιας εποχής, γλυκόπικρο χρονικό μιας εφηβείας: ο Jean-Michel Guenassia γράφει ένα μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει τόσο με την ευρύτητα του θέματος που πραγματεύεται όσο και με την αυθεντικότητα που αναδίδεται από τις σελίδες του.

«Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ που απονέμουν οι μαθητές λυκείου και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Περισσότερα υπάρχουν σ’ένα από τα αγαπημένα μου βιβλιοφιλικά blog ΕΔΩ αλλά κι ΕΔΩ

lesxh

Έχω ένα προαίσθημα πως όταν τελειώσω την ανάγνωση του, θα επιστρέψω ακόμα πιο ενθουσιασμένη. Το μόνο βέβαιο είναι πως θα αναζητήσω το νέο βιβλίο του J.M. Guenassia, που κυκλοφόρησε φέτος, και πάλι από τις εκδόσεις Πόλις.

UPDATE: Έχουν περάσει μερικά λεπτά που διάβασα την τελευταία σελίδα του. Θαυμάσιο βιβλίο. Γλυκό μα και συγκινητικό συνάμα. Στα προσεχώς και άμεσα: «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.«.

Όταν ένα ωραίο βιβλίο γίνεται μια επίσης ωραία ταινία

Δεν είμαι και πολύ υπέρ της μεταφοράς ενός βιβλίου στο πανί. Ο κυριότερος λόγος είναι πως, κατά πλειοψηφία, οι περισσότερες εξ’ αυτών αποδεικνύονται αρκετά κατώτερες από το προσδοκώμενο. Κατά κανόνα, πρώτα διαβάζω το βιβλίο και μετά βλέπω την ταινία. Και (κατά κανόνα επίσης) βρίσκω το βιβλίο πολύ καλύτερο. Σε αυτό συντρέχουν φυσικά πολλοί λόγοι – ίσως και να φταίει το ότι αυτό που πλάθουμε με τη φαντασία μας κατά την ανάγνωση, πολλές φορές δεν αποτυπώνεται το ίδιο από τον εκάστοτε σκηνοθέτη – και είναι λογικό. Θα φέρω ως παράδειγμα ένα από τα πολύ κλασικά. Την περίπτωση του «Da Vinci Code» (και του «Ιlluminati») των best seller του Dan Brown. Μεμονωμένα, οι ταινίες ήταν απλά καλές (ένα ευχάριστο δίωρο στο σινεμά μπλα μπλα). Αν είχες διαβάσει όμως πρώτα το βιβλίο, τότε εντόπιζες τη διαφορά, και μπορεί να τις έβρισκες ακόμα και απογοητευτικές. Έχοντας αυτό και άλλα παρόμοια παραδείγματα κατά νου, καθυστέρησα πολύ να δω τη (σουηδική) κινηματογραφική μεταφορά της τριλογίας του Larsson. Κακώς. Νομίζω πως είναι η καλύτερη μεταφορά βιβλίου που έχω δει. Εξαιρετική σκηνοθεσία, ωραία φωτογραφία, πιστή μεταφορά από το πρωτότυπο κείμενο και κυρίως – τόσο ταιριαστό καστ. Δεν έχω λόγια. Οσονούπω, κυκλοφορεί στις αίθουσες και η αμερικάνικη εκδοχή της τριλογίας, δια φακού Fincher για την οποία γίνεται πολύς ντόρος. Μπορεί να είναι καλή, μπορεί να είναι και πολύ καλή. Αλλά έχω τους ενδοιασμούς για το αν γίνεται να είναι τόσο καλή. Σε αυτό που είμαι σχεδόν βέβαιη, είναι πως είναι μάλλον αδύνατο να βρεθεί καλύτερη Lisbeth Salander από τη Noomi Rapace.

Millenium 1

Millenium 2

Millenium 3

Το Καλύτερο Ελληνικό Μυθιστόρημα για το 2011

UPDATE: Καλύτερο Μυθιστόρημα για το 2011 ψηφίστηκε η «Ανεμώλια» του Ισίδωρου Ζουργού. Δεύτερο ήρθε το βιβλίο «Τα σακιά» της Ιωάννας Καρυστιάνη  και τρίτο το βιβλίο «Για μια χούφτα βινύλια» της Χίλντας Παπαδημητρίου. Περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ.

Ξεκίνησε και φέτος η καθιερωμένη ψηφοφορία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς που πέρασε. Λεπτομέρειες για το πως μπορεί καθένας μας να ψηφίσει, υπάρχουν στην σελίδα του ΕΚΕΒΙ.

Η «βραχεία λίστα» για το Βραβείο Αναγνωστών συστάθηκε ύστερα από ψηφοφορία που έγινε στις Λέσχες Ανάγνωσης ανά την Ελλάδα. Από τους 399 τίτλους που κυκλοφόρησαν φέτος, επιλέχθηκαν οι 123 και στη συνέχεια ξεχώρισαν οι παρακάτω με τις περισσότερες ψήφους. Το βιβλίο που θα τιμηθεί με «Βραβείο Αναγνωστών», που θα αποδοθεί στις 7 Δεκεμβρίου, θα προέρχεται κατά το ήμισυ από τις ψήφους του κοινού και κατά το λοιπό ήμισυ από τις υπάρχουσες ψήφους των Λεσχών Ανάγνωσης.

Η φετινή λίστα περιλαμβάνει:

1. Μάρω Βαμβουνάκη – «Ο Ερωτευμένος Πολωνός» (εκδ. Ψυχογιός)

2. Μιχάλης Γεννάρης – «Πρίγκιπες και δολοφόνοι» (εκδ. Ίνδικτος)

3. Θεόδωρος Γρηγοριάδης – «Ο παλαιστής και ο δερβίσης» (εκδ. Πατάκης)

4. Μάνος Ελευθερίου – «Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα» (εκδ. Μεταίχμιο)

5. Ισίδωρος Ζουργός – «Ανεμώλια» (εκδ. Πατάκης)

6. Νίκος Θέμελης – «Η συμφωνία των ονείρων» (εκδ. Μεταίχμιο)

7. Ιωάννα Καρυστιάνη – «Τα σακιά» (εκδ. Καστανιώτη)

8. Θωμάς Κοροβίνης – «Ο γύρος του θανάτου» (εκδ. Άγρα)

9. Πέτρος Μάρκαρης – «Ληξιπρόθεσμα δάνεια» (εκδ. Γαβριηλίδης)

10. Αμάντα Μιχαλοπούλου – «Πως να κρυφτείς» (εκδ. Καστανιώτη)

11. Ιωάννα Μπουραζοπούλου – «Η ενοχή της αθωότητας» (εκδ. Καστανιώτη)

12. Χίλντα Παπαδημητρίου – «Για μια χούφτα βινύλια» (εκδ. Μεταίχμιο)

13. Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη – «Κι όμως ανθίζει» (εκδ. Μεταίχμιο)

14. Μιχάλη Φακίνος – «Η έρημος έρχεται» (εκδ. Καστανιώτη)

Ως ένας άνθρωπος που αγαπώ α) τις λίστες β) τις βραβεύσεις και γ) τα βιβλία δε γίνεται να μη δώσω το παρόν  (και) σε αυτή την ψηφοφορία. Στην περσινή λίστα βρισκόταν δύο πολύ αγαπημένα βιβλία (το «‘Ενα Πεινασμένο Στόμα» και το «Απόψε δεν έχουμε φίλους» – τελικά ψήφισα το πρώτο). Φέτος δεν έχω αποφασίσει ακόμη, κινούμαι ωστόσο στο «Για μια χούφτα βινύλια» αν και θα πρέπει να διαβάσω μερικά ακόμα για να σιγουρευτώ – του Θ. Κοροβίνη και της Αμ. Μιχαλοπούλου συμπεριλαμβανομένων. Όποιος ενδιαφέρεται ωστόσο μπορεί να ψηφίσει μέχρι και τις 5 Δεκεμβρίου με ένα απλό sms (απλή χρέωση δηλαδή) στο  54160 αφού γράψει τον κωδικό του βιβλίου που θέλει. Συγκεκριμένα:

Ο ερωτευμένος Πολωνός της Μάρως Βαμβουνάκη (ΒΑ 1)
Πρίγκιπες και δολοφόνοι του Μιχάλη Γεννάρη (ΒΑ 2)
Ο παλαιστής και ο δερβίσης του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (ΒΑ 3)
Πριν απ’ το ηλιοβασίλεμα του Μάνου Ελευθερίου (ΒΑ 5)
Ανεμώλια του Ισίδωρου Ζουργού (ΒΑ 6)
Η συμφωνία των ονείρων του Νίκου Θέμελη (ΒΑ 7)
Τα σακιά της Ιωάννας Καρυστιάνη (ΒΑ 8)
Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη (ΒΑ 9)
Ληξιπρόθεσμα δάνεια του Πέτρου Μάρκαρη (ΒΑ 11)
Πώς να κρυφτείς της Αμάντας Μιχαλοπούλου (ΒΑ 12)
Η ενοχή της αθωότητας της Ιωάννας Μπουραζοπούλου (ΒΑ 13)
Για μια χούφτα βινύλια της Χίλντας Παπαδημητρίου (ΒΑ 14)
Κι όμως ανθίζει… της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη (ΒΑ 15)
Η έρημος έρχεται του Μιχάλη Φακίνου (ΒΑ 16)

Τα υπόλοιπα σχετικά με το Βραβείο Αναγνωστών στις 7 Δεκέμβρη!

Διάβασα, διαβάζω, θέλω να διαβάσω…

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή (εντάξει, όχι από την πολύ αρχή). Ας πούμε απλά ότι η λέξη «βιβλία» συγκαταλέγεται πάντα ανάμεσα σε κάποιες άλλες, όταν απαντώ στην ερώτηση που αφορά τις «αγαπημένες ασχολίες στον ελεύθερο χρόνο«. Ή στην ερώτηση «ποιο θεωρείς το καλύτερο δώρο;«. Ας πούμε επίσης ότι αγαπώ τις βιβλιοσυζητήσεις. Ειδικά αν έχω διαβάσει (ή διαβάζω) ένα πολύ ωραίο βιβλίο και θέλω να το μοιραστώ με κάποιον – που ιδανικά θα ενδιαφερθεί λιγάκι παραπάνω από ένα συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού. Όπως τώρα, που μόλις τελείωσα τις «Διορθώσεις» του J. Franzen.

Εύλογα λοιπόν γεννιέται το ερώτημα γιατί αυτό το blog δεν ασχολείται περισσότερο με βιβλία. Και δικαίως. Αλλά η απάντηση μάλλον κρύβεται στις αναγνωστικές μου συνήθειες. Για παράδειγμα, σχεδόν ποτέ δε διαβάζω βιβλία που είναι καινούρια, που μόλις έχουν εκδοθεί, που εμπίπτουν στην κατηγορία «ευπώλητα». Όχι γιατί έχω κάποια συγεκριμένη ένσταση, απλά θέλω λίγο να περιμένω. Να καταλαγιάσει ο θόρυβος. Εξαιρούνται φυσικά κάποιες περιπτώσεις αγαπημένων συγγραφέων που, απλά, μου είναι αδύνατο να αντισταθώ. Ένας ακόμη λόγος είναι πως λειτουργώ πολύ διστακτικά όταν πρόκειται να προτείνω ένα βιβλίο σε κάποιον άλλο. Ίσως επειδή είναι πολύ προσωπική υπόθεση, ίσως επειδή έχω την αίσθηση πως δε θα αρέσει και θα έχω «πάρει τον άλλο στο λαιμό μου»…Δεν ξέρω.

Εν πάση περιπτώσει, η τελευταία χρονική περίοδος ήταν μια πολύ καλή περίοδος από απόψεως αναγνωσμάτων – και αυτό είναι εως και σπάνιο. Συνήθως όταν τελειώσω κάποιο καλό βιβλίο, δύσκολα βρίσκω το επόμενο εξίσου καλό. Μια τακτική προς αποφυγή αυτού είναι να επιλέγω διαφορετικά είδη, έτσι ώστε να μη τίθεται θέμα σύγκρισης. Πχ. μετά από ένα αστυνομικό, μπορεί να ακολουθήσει ένα graphic novel. Και μιας και είπα graphic novel, πρέπει να αποδώσω τα εύσημα. Σε ένα blog που ανακάλυψα τελευταία και έβαλα στα «favourites» ακαριαία. Και έμαθα πράγματα, κάτι που για μένα είναι το απόλυτο plus για ένα blog/ιστοσελίδα. Αναφέρομαι στο «Don’t Ever Read Me«. Χάρη στην Αγιάτη, που υπογράφει το blog, γνώρισα, πρώτον τα graphic novels και δεύτερον τον κ. Franzen. Σημαντικότατες «προσθήκες» και οι δύο.

 

   

 

Έτσι λοιπόν ήταν μια περίοδος που διάβασα, μεταξύ άλλων, το «Blankets» του Craig Thompson. Ένα γλυκύτατο graphic novel, με μια πολύ δυνατή ιστορία και ένα ακόμη πιο δυνατό σχέδιο. Το τελευταίο ίσως να μην είμαι η πλέον αρμόδια να το κρίνω, αλλά μπορώ να πω πως οι εικόνες του γεμάτες συναίσθημα ικανό να σε κρατήσει μέχρι και την τελευταία από τις 592 σελίδες του. Και με έκαναν να θέλω να διαβάσω και το νέο έργο του Thompson,που κυκλοφόρησε πρόσφατα, το «Habibi«. Διάβασα επίσης την «Παγωμένη Πριγκίπισσα» της Camilla Lackberg και επανεκτίμησα τη σουηδική λογοτεχνία. Μετά την τριλογία του Stieg Larsson («Το κορίτσι με το τατουάζ», «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» και «Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας») δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να βρω κάτι αντίστοιχο και δη από συμπατριώτη του. Οποία έκπληξις λοιπόν. Η «Πριγκίπισσα» της Lackberg είναι ένα εξαιρετικό αστυνομικό μυθιστόρημα, υποβλητικό όσο πρέπει, με συναίσθημα όσο πρέπει και με πλοκή που σε κρατάει από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Στα συν και η ταχύτητα με την οποία κυλάει – απαραίτητο κριτήριο, ειδικά στα βιβλία του είδους. Ύστερα διάβασα το «Persepolis» ένα βιβλίο-αριστούργημα της Marjane Satrapi. Δεν είχα δει την ταινία και δεν πίστευα ότι το βιβλίο θα μου άρεσε τόσο πολύ. Graphic novel και αυτό, ασπρόμαυρο και μια θεματική πολύ διαφορετική: η ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια της ίδιας. Το ευστοχότερο σχόλιο προέρχεται από τον Ιndepedent και το οπισθόφυλλο της παραπάνω έκδοσης: «The magic of Marjane Satrapi’s work is that it can condense a whole country’s tragedy into one poignant, funny scene after another». Η ίδια μάλιστα παρευρέθηκε προ ημερών στο 52ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (δείτε ΕΔΩ). Και μετά από αυτά διάβασα το «Τhe Corrections» του Jonathan Franzen, ένα βιβλίο που συνοδεύεται από διθυραμβικές κριτικές και όχι άδικα. Ολόκληρη η δυτική κοινωνία μπαίνει στο μικροσκόπιο και αποτυπώνεται μέσω ενός εξαίρετου μυθιστορήματος που περιγράφει την ιστορία μίας και μόνο οικογένειας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Aπλό φαινομενικά αλλά καθόλου ταυτόχρονα. Οι χαρακτήρες του Franzen είναι κάθε άλλο παρά μονοδιάστατοι και τόσο αληθινοί.

 

  

 

Ήταν το πρώτο βιβλίο του Franzen που διάβασα αλλά σίγουρα δε θα είναι το τελευταίο. Η λίστα με τα «to-be-read» περιλαμβάνει σίγουρα το «Freedom» του. Περιλαμβάνει όμως και πολλά άλλα, ανόμοια μεταξύ τους, με κοινό παρονομαστή το ότι μου τράβηξαν την προσοχή. Άλλα καινούρια – «Περί πολλών περί πολλών τυρβάζω» του Γ. Σκαμπαρδώνη, «Ο Ιεροκύρηκας»  της Lackberg (η συνέχεια της Πριγκίπισσας), «Για την αγάπη της γεωμετρίας» – της Σώτης Τριανταφύλλου (μόλις κυκλοφόρησε), «Ο γύρος του θανάτου» – του Θ. Κοροβίνη και άλλα παλαιότερα – Μαργαρίτα Καραπάνου («Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» αλλά και το «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη«), Ιtalo Calvino («If a winter’s night a traveller«). Πριν από αυτά όμως το «Για μια χούφτα βινύλια» της Χ. Παπαδημητρίου.

 

Ξεφυλλίζοντας (Α)

Αυτά είναι μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα / συνεντεύξεις που διάβασα τις περασμένες μέρες ξεφυλλίζοντας περιοδικά και εφημερίδες ή κάνοντας βόλτες στο διαδίκτυο. Have a look:

 


 

«Επαγγελμα New Yorker» : Ο Ντέιβιντ Ρέμνικ, ο διευθυντής του φημισμένου περιοδικού «New Yorker», αναλύει τον κόσμο μας και τον… Μπομπ Ντίλαν. Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη ενός ανθρώπου που διευθύνει ένα από τα πιο βραβευμένα έντυπα παγκοσμίως. Από το ΒΗΜAgazino με ένα κλικ ΕΔΩ.

 

– «Πακέτο για το Σταμάτη Φασουλή» Η Ρία Βιτάλη του Protagon.gr γράφει για μια must-see παράσταση που είναι βασισμένη σε ένα από τα διαχρονικότερα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας – το «Τρίτο Στεφάνι». Με ένα κλικ ΕΔΩ.

 

– «Τι (μας) Συμβαίνει;» Ο Γιώργος Πανόπουλος ρίχνει το βλέμμα του στην ελληνική πραγματικότητα και μέσα από τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του εξηγεί αυτά που (μας) συμβαίνουν. Στο DocTv, με ένα κλικ ΕΔΩ.

 

– «Αντριου Γουάιλι: Το τσακάλι των εκδόσεων»: O 14ος ισχυρότερος παγκοσμίως παράγοντας στο χώρο του βιβλίου (σύμφωνα με τον «Guardian») µιλά στο «Βήµα» για τις εκδοτικές εξελίξεις. Δείτε την συνέντευξη που παραχώρησε με ένα κλικ ΕΔΩ. Συμπληρωματικά, «Το βιβλίο στην εποχή της κρίσης» με στοιχεία για ότι συμβαίνει (οικονομικά και όχι μόνο) στο χώρο του βιβλίου με ένα κλικ ΕΔΩ.

 

– «Εξαγρίωση» Αν διαβάζεις αυτό το blog ή αν με ξέρεις, τότε σίγουρα θα ξέρεις επίσης πως η Σώτη Τριανταφύλλου συγκαταλέγεται στη λίστα με τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Παρακολουθώ τα κείμενα της στη «Γυναίκα» αλλά και στην «AthensVoice» (όπου κινούνται στην πλειοψηφία τους γύρω από την πολιτική). Το τελευταίο από αυτά, αναφέρεται στην Ελλάδα της αγανάκτησης, της αντίδρασης και της…εξαγρίωσης, αλλά και στο περίγραμμα αυτών. Από την «AthensVoice» με ένα κλικ ΕΔΩ.

 

Best Magazine Covers (like…ever!) – Plus η νοσταλγία που αυτά προκάλεσαν

Τι κοινό έχουν οι παρακάτω φωτογραφίες;

Όλα τους έχουν συμπεριεληφθεί στη λίστα με τα 40 καλύτερα εξώφυλλα περιοδικών – σύμφωνα με την ASME (American Society of Magazine Editors).

Μπορείς να δεις και τα υπόλοιπα με ένα κλικ ΕΔΩ (το original site) αλλά και ΕΔΩ (στα ελληνικά).

*Κοιτώντας όλα αυτά τα εξώφυλλα σκέφτομαι πως ναι, το ίντερνετ είναι ένας κόσμος μαγικός. Και ειδικά στον τομέα της ενημέρωσης, έχει φέρει τα πάνω κάτω: ανά πάσα στιγμή μπορείς να έχεις πρόσβαση σε όποιες και όσες πληροφορίες θέλεις. Μπορείς να μεταπηδάς από το ένα site στο άλλο, χωρίς να σε νοιάζει π.χ. το κόστος (όπως στα έντυπα). Μπορείς εκεί που διαβάζεις την εφημερίδα της γειτονιάς σου, να ξεφυλίσσεις το Vanity Fair και το New Yorker. Να δεις, να μάθεις, να ψαχτείς, να ακούσεις, να διευρύνεις τους ορίζοντες σου. Ο κόσμος, ο πλανήτης ολόκληρος είναι, πολλές φορές, ένα κλικ μακριά. Όμως, την αμαρτία μου θα την πω. Ίσως είμαι ρομαντική, ίσως και θύμα της νοσταλγίας. Αλλά σε ότι αφορά τα περιοδικά, νιώθω όπως και στα βιβλία. Θέλω να ανυπομονώ να εκδοθούν για να τα αγοράσω (ξέρω, κρίση αλλά και πάλι). Θέλω να πηγαίνω στο περίπτερο και να επιλέγω ποιο ταιριάζει στην αισθητική και στη θεματολογία που προτιμώ. Να χαζεύω το εξώφυλλο, να τα ξεφυλλίζω, να επιλέγω ποιο θέμα θα διαβάσω πρώτο, ποιο μετά. Να χάνομαι στις φωτογραφίες τους. Να τα συλλέγω. Να τα ανοίγω έπειτα από καιρό και να θυμάμαι πως ήταν το πριν. Παρόμοια και με τα βιβλία. Αν και τα e-books είναι άκρως δελεαστικά, τίποτα δε συγκρίνεται με τη βόλτα στο βιβλιοπωλείο, τις ώρες που ξοδεύεις διαλέγοντας, τις βιβλιοθήκες που γεμίζουν…το αίσθημα που περιγράφει η παρακάτω εικόνα (χεχε)…

(από το site: http://ilovereadingandwriting.tumblr.com)