Εσύ τι νοσταλγείς;

Kάπου στο αχανές του διαδικτύου κυκλοφορεί μια φωτογραφία που απεικονίζει μια κασέτα κι ένα μολύβι. Και που κάτω στη λεζάντα γράφει «οι νέες γενιές δε θα μάθουν ποτέ τι σχέση έχουν αυτά τα δύο».

Τη βρήκα αστεία και συνάμα μελαγχολική. Είναι αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση που σου αφήνει η νοσταλγία. Γιατί, ναι όσο κι αν έχει προοδεύσει η τεχνολογία, όσο κι τα βήματα που έχουμε κάνει είναι υπέρ του δέοντος σημαντικά, όσο κι αν εγώ η ίδια ακόμα, δηλώνω λάτρης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για τη διευκόλυνση που μας έχουν προσφέρει τόσο απλόχερα, στιγμές με πιάνω να αναπολώ συνήθειες και αντικείμενα του παρελθόντος. Τις κασέτες, τα γράμματα, τους δίσκους. Πράγματα  που ο χρόνος τα έχει πάρει μαζί του. Πράγματα που έχουν χαθεί κι άλλα που οδεύουν προς τη λήθη.  Όλα τούτα που όταν ανοίγει το σεντούκι των αναμνήσεων, δεν έχουν μυρωδιά ναφθαλίνης. Κάθε άλλο. Έχουν «άρωμα» παιδικών αναμνήσεων, σαν η τότε ζωή μας να έχει αφήσει πάνω τους μια γλύκα.

Ναι, ας πούμε, είναι μαγικό που μπορείς και χωράς δισκοθήκες ολόκληρες σε ένα σκληρό δίσκο, που δε ξεπερνά το μέγεθος ενός βιβλίου. Που μπορείς ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίσεις το τραγούδι που ακούγεται στο χώρο και να το βρεις σε δευτερόλεπτα στο youtube. Να το ακούσεις. Να το έχεις (ίσως και δωρεάν) στον υπολογιστή σου σε λίγα λεπτά. Όμως, κάπως μου λείπει εκείνο το τότε που περιμέναμε πάνω από το ραδιόφωνο για να ακούσουμε το τραγούδι που ζητήσαμε. Που με προσμονή πατούσαμε το «record» για να το  αποθηκεύσουμε σε κάποια κασέτα. Που το ακούγαμε έπειτα ηχογραφημένο μαζί με τη φωνή του ραδιοφωνικού παραγωγού. Κι έπειτα, που συλλέγαμε τα «καλύτερα» , τα αγαπημένα μας, σε άλλες κασέτες για να τις χαρίσουμε. Ίσως και με κάποια αφιέρωση. Και ήταν ωραία που αντί για λίστες φακέλων με ονόματα «τάδε full discography» είχαμε δίσκους. Περιμέναμε την κυκλοφορία τους, συρρέαμε στο κοντινό δισκοπωλείο, κι ύστερα τρέχαμε όλο προσμονή να ανοίξουμε τη συσκευασία, να ξεφυλλίσουμε το συνοδευτικό βιβλιαράκι, να χαζέψουμε τις φωτογραφίες, να διαβάσουμε τους στίχους. Σαν ιεροτελεστία. Το δισκάκι πλημμύριζε το χώρο μελωδίες. Που τις ακούγαμε προσεκτικά. Πριν η ακρόαση γίνει κατανάλωση.

Όπως επίσης είναι, ας πούμε, μαγικό που μπορείς να στείλεις εκτενέστατα μηνύματα μέσα σε λίγα λεπτά και να λάβεις απάντηση άμεσα. Αλλά να κάπως έχω την αίσθηση πως όσο και να «προσωποποιούμε» τούτα τα ψηφιακά μηνύματα με επιλογή γραμματοσειράς, χρωμάτων και μεγεθύνσεων, πάντα κάτι θα λείπει σε σχέση με τα άλλα, τα χάρτινα γράμματα. Που μπορεί και να μην έφταναν ποτέ ή να έφταναν όταν ο καιρός είχε περάσει κι άλλα, δεκάδες πράγματα είχαν συμβεί στο μεσοδιάστημα. Σίγουρα καθόλου πρακτικό. Αλλά εκείνα τα λόγια στο χαρτί, οι μουτζούρες απ’ το στυλό για κάτι που έπρεπε να γραφτεί αλλιώς, το κίτρινο κουτί, τα γραμματόσημα, η προσμονή τα πρωινά για τον φάκελο κάτω από την πόρτα, είχαν μια δόση ρομαντισμού, που καμιά φορά είναι τόσο αναγκαίος – ίσως πιο αναγκαίος από τις παροδικές διευκολύνσεις.

Ίσως να είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αντιστέκομαι πεισματικά στους ηλεκτρονικούς αναγνώστες. Περισσότερο από φόβο, ότι το βιβλίο θα ακολουθήσει την πορεία των παραπάνω. Μπορεί από καιρό να μοιράζω τις αγορές μου σε ψηφιακά και τούβλινα βιβλιοπωλεία, όμως δε νιώθω ακόμα έτοιμη να αποχωριστώ το χάρτινο βιβλίο μου. Θα γίνει. Όλα δείχνουν πως θα γίνει. Γιατί αν αγαπάς το διάβασμα, είναι πρακτικά αδύνατο επί του παρόντος, να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις οικονομικά (άλλη και μεγάλη συζήτηση αυτή που αφορά στις τιμές των βιβλίων και δη των ελληνικών). Για αυτούς που η ανάγνωση είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια, οι e-readers είναι μάλλον μονόδρομος – ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Όμως, να, είναι που πώς μπορείς να υποκαταστήσεις αυτό το πρώτο ξεφύλλισμα, τα λόγια στο οπισθόφυλλο, τη μυρωδιά του βιβλίου;

Δεν είναι μόνον τα αντικείμενα. Φυσικά. Στο μυαλό μου τριγυρνά εκείνος ο στίχος «σούπερ μάρκετ ζωές και χαμένες στιγμές…» και αμέσως σκέφτομαι τις καλοκαιρινές βόλτες. Ακόμα και σήμερα, χαμογελώ σα μικρό παιδί όταν βλέπω παρέες μαζεμένες στις γειτονιές, στις αυλές, στα μπαλκόνια. Είναι ωραία αυτή η αίσθηση που δημιουργούν αυτές οι μοιρασμένες στιγμές. Όχι δια της οθόνης. Όχι δια πληκτρολογημένων μηνυμάτων. Όχι σα μοναξιές ενωμένες. Αλλά σαν παρέα. Που γελά, μαλώνει, θυμώνει, φωνάζει και πάλι απ’ την αρχή. Που γεμίζει το χώρο ουσιαστικά. Που πολυκύμαντες ζωές αφήνονται για λίγο και γίνονται νωχελικές. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία περνούν από το νου καλοκαίρια σε γειτονιές, με παγωτά, αναψυκτικά, συζητήσεις των μεγάλων και παρακάλια για να «μείνουμε λίγο ακόμα έξω».

Όλα τούτα ίσως να ακούγονται άτοπα, υπερβολικά ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί και να είναι. Μπορεί ο χρόνος να λειαίνει τις γωνίες, μπορεί να ‘ναι όπως τα λόγια εκείνου του βιβλίου, που η συγγραφέας του έλεγε «δεν εμπιστεύομαι τις αναμνήσεις, βουτάνε στο συναίσθημα και θολώνουν την εικόνα». Μπορεί. Έχουμε άλλωστε την τάση να ωραιοποιούμε τα όσα έχουν παρέλθει. Και σίγουρα αυτή η νοσταλγία είναι παροδική. Δεν γίνεται να υποτιμήσει κανείς το πόσο τυχεροί είμαστε που μπορούμε να έχουμε δίπλα μας ανά πάσα στιγμή όσους δεν είναι κοντά. Που μπορούμε να γράφουμε, να βλέπουμε, να ακούμε, να συνομιλούμε, να γνωρίζουμε, να μαθαίνουμε, να διασκεδάζουμε τόσο εύκολα και τόσο ανέξοδα. Ναι, αυτό το «παράθυρο» που έχουμε στον κόσμο είναι ανεκτίμητης αξίας. Όμως, να, είναι που καμιά φορά μυρωδιές κι εικόνες σε ταξιδεύουν προς τα πίσω. Και ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κι ετούτα τα ταξίδια έχουν μια ομορφιά; Είναι οι σταθερές μας. Είναι όλα αυτά που έχουν διαμορφώσει το σήμερα και τα αύριο μας.

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στο Μaga.gr στις 8 Νοεμβρίου 2012.

Να ζεις, να μην απλά επιβιώνεις

Σκέφτομαι πως θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Ένα παρακινητικό κείμενο. Από αυτά που βρίσκω στο διαδίκτυο και μου φτιάχνουν τη διάθεση. Από αυτά που μεταδίδουν το μήνυμα για τις μικρές χαρές της ζωής. Θέλω στα αλήθεια. Θέλω να πω τόσα για το – έστω και κοινότυπο – «άδραξε τη μέρα», για την ευτυχία και τις στιγμές που μπορεί να προσπερνάμε βυθισμένοι στη διάχυτη μιζέρια που μας περιβάλλει.

Ψάχνω τις φράσεις για να γεμίσω ένα τέτοιο άρθρο αλλά η καθημερινότητα μού κρύβει τις αισιόδοξες λέξεις. Ξεχνά στην επιφάνεια τις άλλες, αυτές που όταν συνδεθούν και φτιάξουν προτάσεις, αφήνουν πίσω τους μια πικρή γεύση. Με προσγειώνει με θόρυβο στο εδώ να παρατηρώ τις φθινοπωρινές μας μέρες. Μιλώ με φίλους και γνωστούς. Κοιτώ τους ανθρώπους – περισσότερο αυτούς της γενιάς μου: αυτούς δηλαδή που ηλιακά τοποθετούνται μεταξύ 25 και αρχών των 30. Άνεργοι. Ή «υπό-εργαζόμενοι». Που σπούδασαν, που έχουν ένα και δύο (και παραπάνω) τίτλους, που ονειρεύτηκαν ένα αύριο γεμάτο προοπτικές και τελικά αυτό το αύριο κάπως μετατράπηκε σε χθες. Κι αντί να διεκδικούν τη ζωή τους, περνάνε μέρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή – που στη μεγάλη πλειοψηφία τους βρίσκεται στο σπίτι των γονιών.

Μια καθημερινότητα που δε διαφέρει και πολύ για τους μεγαλύτερους ή και τους μικρότερους. Περιμένουμε. Όλοι σε μια αναμονή παραδόξως ήσυχη. Περιμένουμε την ανατροπή. Το θαύμα που θα μας σώσει. Εύπιστοι και δύσπιστοι την ίδια στιγμή. Προσπαθούμε να κρατηθούμε από «σειρήνες» που υπόσχονται τη σωτηρία μας και την ίδια στιγμή τις καταδικάζουμε. Γιατί κακά τα ψέματα – χορτάσαμε από σωτήρες που καμιά «σωτηρία» δε μας χάρισαν. Το σύνδρομο του μεσσιανισμού πέρασε ανεπιστρεπτί – σαρώνοντας όμως και την πίστη μας εν γένει. Μαζεμένοι. Απογοητευμένοι. Δεν αντιδρούμε. Δε ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε. Φοβόμαστε για το χειρότερο σενάριο κι έτσι αρκούμαστε στο λιγότερο άσχημο σενάριο. Και περιμένουμε. Το θαύμα.

Κι έπειτα οι μέρες κυλούν με σωρούς βιογραφικών από δω κι από ‘κει. Με ελπίδες για μια δουλειά. Με οργή για το «μη παρέκει». Για τα «σκάνδαλα» που βρίσκουν το φως της δημοσιότητας και ύστερα ξανά-χάνονται στο σκοτάδι της ατιμωρησίας. Λίγο. Τόσο όσο. Θυμώνουμε. Φωνάζουμε στους γύρω μας. Ξεσπούμε σε αυτούς γιατί δε μπορούμε να ξεσπάσουμε στους άλλους. Αγκιστρωνόμαστε από σενάρια συνομωσίας και αβάσιμες πολιτικές συζητήσεις. Και κάποιες στιγμές δείχνουμε διατιθέμενοι να αλλάξουμε χωρίς να ξέρουμε τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Η γενικευμένη έλλειψη παιδείας κι η πρότερη επικρατούσα νοοτροπία έχουν γίνει οδοστρωτήρες και μας παρασέρνουν στη δίνη της υπάρχουσας πραγματικότητας. Και εμείς περιμένουμε να κοπάσει η καταιγίδα. Χωρίς μιλιά. Χωρίς προτάσεις. Χωρίς κινητικότητα. Αναλωνόμαστε σε ανούσιες κουβέντες και αναμασημένα λόγια που συχνά απέχουν έτη φωτός από την πραγματικότητα.

Θέλω όμως να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Σκέφτομαι την ομιλία του Michael Ignatieff στο φετινό «TEDxAcademy» με τίτλο «If I were 25 and Greek». Συμφωνώ μαζί του. Νεύω προς την οθόνη επιδοκιμαστικά. Για 19 λεπτά σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω εγώ. Για λίγο. Κι έπειτα ανοίγω ένα άλλο παράθυρο. Ιδέες και λόγια. Και σκέψεις παρακινητικές. Κι ύστερα αυτό το παραλυτικό αίσθημα αδυναμίας που λειτουργεί αποτρεπτικά στο «στύψουμε την πέτρα» (που έλεγαν και οι παλαιότεροι) και κάνει τις συζητήσεις μας να γεμίζουν με τσαλαπατημένα «θα ήθελα».

«Θα ήθελα». Πολλά και μαζεμένα. Που χάνονται στη μάχη με τα «δε μπορώ». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο παράπονο τούτης της γενιάς είναι ότι χάνει – μέρα με τη μέρα – το δικαίωμα στο όνειρο. Στο να διεκδικήσει το αύριο της όπως το θέλει. Να υπέρ-πηδήσει τα εμπόδια της αναξιοκρατίας και να προχωρήσει. Να σταματήσει να περιμένει. Γιατί είναι πραγματικά φριχτό (ίσως να ακούγεται υπερβολικό αλλά είναι) να είσαι στην πιο παραγωγική ηλικία και να έχεις καθηλωθεί σε μη-παραγωγικότητα. Ακούγονται ωραία φράσεις όπως το «όποιος θέλει μπορεί» αλλά ο ρεαλισμός τις ακυρώνει το δίχως άλλο.

Δε γνωρίζω πως μπορούμε να βγούμε από τούτη την αναμονή (αν και πολύ θα ‘θελα!). Δε ξέρω πως μπορούν τα «should I stay or should I go» να πάψουν να γέρνουν κατάφορα υπέρ του δεύτερου. Αλλά να, είναι που θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο. Θέλω να μας πω να κρατιόμαστε από εικόνες. Από ανθρώπους κοντινούς. Από βιβλία και μουσικές και ταινίες. Που μπορεί να μη δίνουν λύσεις στα προβλήματα μας αλλά «μας κρατούν το χέρι στα δύσκολα». Και θέλω να μας πω να αφήνουμε χώρο στο μικρόκοσμο μας και για άλλους. Να είμαστε ψύχραιμοι. Να βρούμε τρόπους να κάνουμε τις στιγμές δικές μας. Για τα μικρά και έπειτα για τα μεγάλα. Να μην αφήνουμε να περνά άλλη μια μέρα κι έπειτα να αναρωτιόμαστε που πήγε και αυτή.

Είναι όπως το ‘χε πει μια εκ των ηρωίδων του Cunningham στο πολυδιαβασμένο του «Οι Ώρες»:

«I remember one morning getting up at dawn, there was such a sense of possibility. You know, that feeling? And I remember thinking to myself: so this is the beginning of happiness. There is where it starts. And of course there will always be more. It never occurred to me it wasn’t the beginning. It was happiness. It was the moment. Right then.»

Η σημασία του να μη προσπερνάς τη στιγμή. Η δυσκολία του να ζεις, κι όχι απλά να επιβιώνεις.

* Το κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 5 Οκτωβρίου 2012.

Όταν η εκπαίδευση πάει ένα βήμα πιο πέρα

Σε τούτες τις μέρες τις περίεργες, που τα δυσάρεστα νέα έρχονται σωρηδόν και δε ξέρεις από πού να πιαστείς, ένα καλό νέο είναι σαν μια ανάσα. Όχι απ’ αυτές τις κοφτές, τις γεμάτες άγχος, αλλά μια ανάσα κανονική. Σα μια αχτίδα φωτός σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, που είναι εκεί για να σε πείσει ότι υπάρχει φως, ακόμα κι αν τη δεδομένη στιγμή δε το βλέπεις. Πόσο μάλλον στο περιβάλλον που ζούμε – ή ορθότερα  επιβιώνουμε, όπου τα περιθώρια δημιουργικότητας είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Δε θα σταματήσω ποτέ να πιστεύω ότι το Internet (και κυρίως ο Παγκόσμιος Ιστός) είναι μια εφεύρεση μαγική. Για πολλούς λόγους που συνοψίζονται κυρίως στο γεγονός ότι μπορείς από οπουδήποτε – πλέον κι από μια τόση δα συσκευούλα – να έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Φυσικά, όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις και τα μειονεκτήματα του είναι ουκ ολίγα: από την ανωνυμία και την άνευ όρων (και άνευ γνώσης) καταγραφή προσωπικών δεδομένων μέχρι την «ακούσια», εν πολλοίς, συγχώνευση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας. Ούσα όμως τεχνοαισιόδοξη, παραβλέπω τις όποιες αρνητικές του διαστάσεις, που προσωπικά θεωρώ αντιμετωπίσιμες, και έρχομαι στα θετικά. Και κυρίως στο ένα νέο θετικό που πληροφορήθηκα πρόσφατα και είδα λίγο φως στο «σκοτεινό δωμάτιο» που λέγεται επαρχιακή πόλη εν καιρώ κρίσης, ανεργίας και περικοπών.

Εδώ και κάποιους μήνες, αμερικανικά, κατά κύριο λόγο, πανεπιστήμια, έχουν ξεκινήσει ένα πολύ σπουδαίο εγχείρημα, που φιλοδοξεί να πάει την τριτοβάθμια εκπαίδευση ένα βήμα πιο πέρα. Δηλαδή; Στοχεύουν στη άρση των όποιων ορίων στην προσβασιμότητα και επιχειρούν να δώσουν τη δυνατότητα σε κάθε ένα από μας να παρακολουθήσει μαθήματα που προσφέρονται στα τμήματα τους. Δε χρειάζονται πρότερες γνώσεις, δε χρειάζονται «ειδικά» εφόδια, δε χρειάζεται καμία οικονομική συνδρομή. Μοναδικό προαπαιτούμενο  είναι η όρεξη για μάθηση. Και μια καλή σύνδεση στο διαδίκτυο.

Επί του πρακτικού, τα μαθήματα διαρκούν κάποιες εβδομάδες και οι διαλέξεις είναι στην αγγλική. Η γνώση της γλώσσας θεωρείται μεν απαραίτητη, ωστόσο, όπως διαπίστωσα, πολλές έχουν υπότιτλους και μάλιστα σε πληθώρα γλωσσών, μεταξύ των οποίων και η δική μας. Το φάσμα των επιλογών πολύ μεγάλο: καλύπτει κάθε επιστημονικό τομέα και κάθε ενδιαφέρον. Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των συμμετεχόντων: χιλιάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών και από κάθε γωνιά του πλανήτη εγγράφονται καθημερινά. Το σημαντικότερο είναι πως μπορείς παρακολουθήσεις τις διαλέξεις που «ανεβαίνουν» σε εβδομαδιαία βάση σύμφωνα με το δικό σου χρονοδιάγραμμα. Υπάρχουν επίσης κάποια κριτήρια αξιολόγησης, για όσους επιθυμούν να βαθμολογηθούν και να πάρουν και την αντίστοιχη βεβαίωση παρακολούθησης – η οποία ωστόσο δίνεται από τον κάθε καθηγητή και όχι από το αντίστοιχο πανεπιστήμιο. Επίσης σημαντικό: μπορείς να εγγραφείς και να διαγραφείς από την εκάστοτε τάξη οποτεδήποτε θέλεις.

Στον ιστότοπο του Coursera.org που έχουν ξεκινήσει ήδη κάποια προγράμματα, συμμετέχουν 16 πανεπιστήμια, όπως το Stanford, το Michigan, το Penn και άλλα σπουδαία, ενώ τα προσφερόμενα μαθήματα φτάνουν τα 119! Το Edx.org, από την άλλη, που είχε ανακοινωθεί προ μηνών, ξεκινά τις παραδόσεις το Σεπτέμβρη και είναι μια συνεργασία των MIT, Harvard και Berkeley. Φαίνεται πως τα πανεπιστήμια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού επενδύουν τα μέγιστα στις νέες αυτές πλατφόρμες, κάνοντας τη διαδικασία άκρως συμμετοχική.

Κι αν ο διαφαινόμενος ενθουσιασμός μου δε δικαιολογείται από τα παραπάνω, οφείλω να πω πως ενισχύεται και από προσωπική εμπειρία. Παρακολουθώντας, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, μαθήματα στο Coursera, μόνο θετικές είναι οι εντυπώσεις που αποκόμισα, τόσο από τις διαλέξεις και το επίπεδο των μαθημάτων, όσο και από το οργανωτικό του θέματος. Σίγουρα, δεν μπορείς να γίνει ουδεμία σύγκριση με την επικρατούσα εκπαίδευση – δεν πρόκειται για ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τα όσα ισχύουν, αντιθέτως, λειτουργεί συμπληρωματικά. Και είναι ένα βήμα που έχει μπροστά του πεδίο εξέλιξης. Έτσι, αν είσαι υπέρμαχος του «σπουδάζω επειδή…» και όχι «σπουδάζω για να…», αξίζει να κλείσεις την τηλεόραση και να ρίξεις μια ματιά.

Άλλωστε, σε μια κοινωνία εικονική που διέπεται από την αρχή του «sharing», είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτος ο διαμοιρασμός της γνώσης. Όχι;

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του maga.gr στις 24 Αυγούστου 2012.

Ένα μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι

Το μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι είναι εκεί έξω. Οι παραλίες μας καλούν στις αγκαλιές τους, οι θάλασσες του Αυγούστου μας γεμίζουν υποσχέσεις, η καλοκαιρινή ραστώνη μας πνίγει, έστω και λίγο, στη νωθρότητα της. Θες δε θες παρασύρεσαι. Σκέφτεσαι πως ίσως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Πως όλα είναι καλά, κακό όνειρο είναι και θα ξυπνήσουμε. Θα βρούμε τον κόσμο όπως τον ξέραμε.

Το καλοκαίρι τούτο θα ήθελε πολύ να είναι σαν όλα τα άλλα, τα παλιά. Αλλά είναι πέρα για πέρα αλλιώτικο. Μπορεί τα υλικά του να μοιάζουν. Μπορεί κι εμείς να μοιάζουμε με τις φιγούρες που ήμασταν στο παρελθόν. Αλλά διαφέρουμε. Είτε το παραδεχόμαστε, είτε όχι. Είναι αυτά που λέμε αλλά κυρίως είναι αυτά που δε λέμε. Αφηρημένοι, πνίγουμε «θέλω» σε φράσεις γενικές, αναμασάμε λόγια για να γεμίσουμε τις σιωπές, αναμασάμε σκέψεις μήπως και βρούμε την πολυπόθητη «λύση». Η πραγματικότητα μας δε χωρά αυταπάτες, χωρά μόνο περικομμένα όνειρα.

Όνειρα, που ακόμα κι έτσι, μένουν στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Μια συλλογική αδυναμία μας καταβάλλει. Το «απ’ αύριο» γίνεται «από Σεπτέμβρη». Η αναβλητικότητα γίνεται ασπίδα μας μπροστά σε ότι είναι εδώ για να μας παιδέψει. Χώνουμε το κεφάλι βαθιά στην άμμο, βουτάμε κάτω από τον ελληνικό ήλιο σε θάλασσες γαλανές και προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Προσπαθούμε να μας δικαιολογήσουμε. Που θέλουμε διακοπές. Που έχουμε ανάγκη να είμαστε όπως ήμασταν. Που νοσταλγούμε εκείνες τις μέρες της ξεγνοιασιάς και ας ήταν μέρες πλαστικές, μέρες που χωρούσαν περίφημα στην εικονική μας πραγματικότητα.

Ξυπνήσαμε απότομα, αγανακτήσαμε, θυμώσαμε, αγωνιστήκαμε, φωνάξαμε, ψηφίσαμε και έπειτα ξαναψηφίσαμε. Και τώρα ηρεμήσαμε. Σαν καταβεβλημένοι αναζητούμε καταφύγιο σε τούτες τις ζεστές μέρες. Σα να κάναμε το καθήκον μας.  Τώρα ας ξεκουραστούμε. Ας αφεθούμε. Ας διαβάσουμε δεκάδες αφιερώματα για καλοκαίρια άλλης εποχής. Έχουμε καιρό. Έχουμε.

Μπορεί να μη θέλουμε να το σκεφτόμαστε αλλά η πραγματικότητα γύρω μας συνεχίζει να κυλάει όπως πριν, δεν υποτάσσεται στα προστάγματα του καύσωνα. Τι κι αν πεισματικά να κλείνουμε την τηλεόραση. Τι κι αν προσποιούμαστε πως τίποτα δε συμβαίνει. Λίγο να επιχειρήσουμε να ενημερωθούμε και θα ακούσουμε το «ποπ» από το συννεφάκι που σκάει με θόρυβο πάνω από τα κεφάλια μας.

Τα «δε θα πάρουμε άλλα μέτρα για το 2012» γίνονται χαράτσια – αυγουστιάτικοι εφιάλτες. Η τρόικα παραθερίζει στα μέρη μας παρέχοντας «συμβουλές» επί παντός επιστητού. Τα παράνομα επιδόματα συνεχίζουν να δίνονται, την ώρα που επιφανείς πολίτες μεταφέρουν κεφάλαια στο εξωτερικό. Το δημόσιο χρήμα συνεχίζει να κατασπαταλάται από δω κι από κει. Ρατσιστικά σχόλια και ντοπαρίσματα αμαυρώνουν την ήδη αμαυρωμένη εικόνα μας που προσπαθούμε επί ματαίω να περισώσουμε υποτιμώντας την αισθητική των άλλων. Δημόσιοι φορείς ιδιωτικοποιούνται με συνοπτικές διαδικασίες. Κι ενόσω συζητήσεις μαίνονται εντός κι εκτός μιντιακής πραγματικότητας για την ελευθερία του λόγου, το παράλληλο σύμπαν της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει να δίνει την δική του παράσταση, έστω κι από το παρασκήνιο: πλαφόν σε συντάξεις, τέλος τα επιδόματα, νέες περικοπές στο εφάπαξ, συγχωνεύσεις νοσοκομείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Νέες περικοπές, κι άλλες περικοπές, πάγωμα, επιβολή νέων καταβαλλόμενων ποσών με το ισοζύγιο εσόδων – εξόδων της ελληνικής οικογένειας να γέρνει σε μη ανεκτό σημείο υπέρ των δεύτερων.

Ένα καλοκαίρι που μοιάζει πολύ με τα  άλλα. Εμείς σαν ίδιοι ψάχνουμε να ζητιανεύουμε μια κουκκίδα νησιού στο χάρτη, να θέλουμε να διασχίσουμε μια θάλασσα που θα μας βγάλει σε μια παραλία – Γη της Επαγγελίας, να προσπαθούμε να φύγουμε μακριά από τα μπετά που κοχλάζουν στις πόλεις μας*. Εμείς σαν αλλιώτικοι. Όσο κι αν θέλουμε να στρέψουμε το κεφάλι, δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε όπως τότε. Γιατί δεν είμαστε αδιάφοροι. Γιατί τώρα γνωρίζουμε.

Ανάσες ζητάμε. Ανάσες σε μια πραγματικότητα ζόρικη. Λίγο θυμώνω που δεν τρέχουμε κι εμείς παράλληλα με τις εξελίξεις. Πολύ μας δικαιολογώ. Θέλω να ελπίζω πως έτσι, απλά ακονίζουμε μυαλά, σκέψη κι αποφασιστικότητα. Πως γεμίζουμε μπαταρίες. Για μετά. Όχι;

*(από το “Flaneur” του Στέφανου Τσιτσόπουλου, εκδ. Ιανός)

To κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του Maga.gr στις 8 Αυγούστου 2012 (δες ΕΔΩ).

Μέρες καλοκαιριού;

Μέρες περίεργες. Που ξημερώνουν παράξενα. Τα συναισθήματα εναλλάσσονται διαρκώς. Ανά ώρα, ανά στιγμή. Τη μια νιώθεις δυνατός, έτοιμος να τα βάλεις με τα «θηρία» της καθημερινότητας, έτοιμος να αντισταθείς στα κύματα που σκάνε πάνω σου χωρίς σταματημό. Κι έπειτα, σα να αποφορτίζονται οι μπαταρίες σου, χαζεύεις νωθρά γύρω. Πότε την οθόνη του υπολογιστή, πότε λίγο παραπέρα. Τον ήλιο, το φως που λούζει τούτες τις καλοκαιρινές μέρες – μέρες που δε ξέρουν τι περνάμε και περιμένουν σαν άλλοτε να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα τους. Σπανιότερα κοιτάς τους ανθρώπους. Είναι που διστάζεις μπρος τα σκοτεινιασμένα μάτια τους, είναι που δε ξέρεις αλλά και ξέρεις ταυτόχρονα.

Έρχονται κάποιες ώρες που η αυτό-πειθώ λειτουργεί περίφημα. Γεμίζεις το νου με λέξεις, φράσεις, τσιτάτα. Τα επαναλαμβάνεις στον εαυτό σου όσο πιο συχνά μπορείς: «Η ευτυχία κρύβεται στα μικροπράγματα», «Άδραξε τη μέρα» και τόσα άλλα. Που ναι, θέλεις να τα πιστέψεις. Που ακόμα περισσότερο θέλεις να τα ενστερνιστείς, να τα κάνεις κομμάτι σου, να βγεις έξω στον κόσμο και να τα αλλάξεις όλα. Να τα γκρεμίσεις και να τα ξαναχτίσεις απ’ την αρχή. Κι έπειτα; Έπειτα σα ζυγαριά που δε ξέρει προς τα πού να γύρει, ταλαντεύεσαι μεταξύ άσπρου και μαύρου.

Και σκέφτεσαι: «Μας τελείωσε».

Η υπομονή, το κουράγιο, η αισιοδοξία. Πώς να τα αντλήσεις όλα τούτα και από πού; Πως, όταν το σάουντρακ της ζωής μας γεμίζουν ήχοι από πόρτες που κλείνουν με θόρυβο στα μούτρα μας; Πως, όταν περιμένεις να συμβεί κάτι που –  με μαθηματική ακρίβεια – δε συμβαίνει ποτέ; Πως, όταν οι ειδήσεις τις μέρας σου είναι γεμάτες με απολύσεις, μειώσεις, περικοπές; Με ανθρώπους που δεν μπορούν να αγοράσουν τα φάρμακα και το φαγητό τους; Κι ακόμα χειρότερα, με ληστείες, βία, αυτοκτονίες; Πώς, όταν οι σκέψεις σου αντί να γεμίζουν με παραλίες και διακοπές όπως παλιά, γεμίζουν με υπολογισμούς για εφορίες και χαράτσια;

Δεν είναι που δε  θέλεις. Θέλεις όσο τίποτα. Αγανακτείς με τη μιζέρια που σκεπάζει σα μαύρο σύννεφο τις ώρες μας. Θυμώνεις με το πόσο δυσαρεστημένοι είμαστε όλοι. Νευριάζεις με την αχαριστία μας. Θέλεις να φωνάξεις δυνατά να σε ακούσουν όλοι πως οι στιγμές είναι δικές μας, είναι πολύτιμες, η φράση από το βιβλίο που διάβασες τριγυρνά στο μυαλό σου: «αντιλαμβάνονται (όλοι γύρω) ότι αυτή η στιγμή, αυτό το υπέρλαμπρο πρωινό δεν θα ξανάρθει ποτέ; Συνειδητοποιούν ότι ζούμε τώρα, εδώ, κι ότι όλα είναι επισφαλή, εύθραυστα και πρόσκαιρα;»*

Αλλά είναι που δε μπορείς. Η τρόικα, η επαναδιαπραγμάτευση που δε θα έρθει ποτέ, τα νέα μέτρα, η ανεργία. Κλείνεις την τηλεόραση. Κοιτάς το κενό και ονειρεύεσαι τόσο όσο. Λίγο. Για να μη παρασυρθείς. Για να μην είναι μεγάλη η αντίθεση με την πραγματικότητα. Έχεις συμβιβαστεί με τις περικοπές στα όνειρα. Το χειρότερο είναι ότι έχεις συμβιβαστεί με όλα. Σα να μη σε πειράζει τίποτα, δέχεσαι στωικά ότι κι αν συμβεί. Περιμένεις. Σαν παρατηρητής κοιτάς τη ζωή σου και τις ζωές των άλλων. Και περιμένεις. Ίσως κάποιον να έρθει να σε πάρει από το χέρι. Ίσως κάποιο θαύμα. Ίσως. Μέχρι τότε στηρίζεσαι όπου μπορείς. Σε ένα τραγούδι που γράφτηκε πολλά χρόνια πριν και κάπως λέει αυτά που θες να πεις:

«Όσα στηρίξαν την καρδιά
εικόνες, μνήμες και φιλιά
πρόσωπα κι όνειρα ακριβά
αυτά που αντέξαν στη φθορά
και σώζουν τ’ άδεια χρόνια…»**

[*Σώτη Τριανταφύλλου / «Ο χρόνος πάλι»

**Παλίρροια – Στίχοι: Καρασούλος Παρασκευάς / Μουσική: Κορκολής Στέφανος/ Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη]

Το κείμενο αυτό πρωτο-δημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 10 Ιουλίου.

Καταμεσής του χάους*

Τις τελευταίες μέρες τριγυρνά στο μυαλό μου η εξής εικόνα:  η χώρα βρίσκεται από καιρό στην εντατική κι εμείς, αντί να ψάχνουμε τον καλύτερο γιατρό ή να δοκιμάζουμε ενδεδειγμένες θεραπείες, είμαστε στο κυλικείο και κάνουμε τσιγάρο αναλώνοντας τις σκέψεις μας σε συζητήσεις καφενείου.

Κι έπειτα σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να πάει μπροστά αυτή η χώρα.

Γιατί;

Γιατί η ζημιά που έχει γίνει είναι ήδη πολύ μεγάλη.

Γιατί μιλάμε για πρόοδο και ανάπτυξη την ώρα που δε μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη σταθερότητα. Δεν πρέπει πρώτα να σταματήσεις την ανεξέλεγκτη κάθοδο για να αρχίσεις την άνοδο;

Γιατί είμαστε πολύ καλοί στα λόγια και ελάχιστα καλοί στις πράξεις. Απόδειξη η αντιπαραβολή των εκλογικών λόγων με την πραγματικότητα τα τελευταία 20 χρόνια.

Γιατί δεν υπάρχουν πραγματικές προτάσεις για το πως θα καταπολεμηθεί η ανεργία, το μείζον πρόβλημα μας. Η κοινωνία σφαδάζει. Και η λύτρωση δε δύναται να επέλθει με ευρωπαϊκά προγράμματα που προσφέρουν θέσεις βραχείας διάρκειας και μισθούς άμεσης κατανάλωσης.

Γιατί ο κρατικός μηχανισμός έχει πνιγεί σε μια κουταλιά γραφειοκρατίας. Η διοικητική μηχανή είναι βαριά και δυσκίνητη. Αυτό μπορεί να το καταλάβει ο καθένας από μας. Ποιος δε χρειάστηκε να καταθέσει κάποια δικαιολογητικά; Ο απόλυτος παραλογισμός: για ένα απλό χαρτί να χρειάζεται να προσκομίσεις άλλα επτά. Για να μην αναφερθεί καν κάποια στιγμή το ελληνικό δημόσιο πρέπει να γνωριστεί καλύτερα με το internet.

Γιατί φοβόμαστε. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να αναμιχθούμε, να ασχοληθούμε, να πάρουμε θέση, να αμφισβητήσουμε – πολλές φορές ακόμα και τις ίδιες μας τις ιδέες. Γιατί ο φόβος μας είναι τόσο μεγάλος που έχουμε εγκλειστεί στο μικρόκοσμο και δε το κουνάμε ρούπι. Απλά περιμένουμε. Για πόσο αλήθεια;

Γιατί μιλάμε για διορθωτικές κινήσεις παραγνωρίζοντας πως εν πολλοίς χρειάζεται ολική επανεκκίνηση.

Γιατί η ζυγαριά εσόδων – εξόδων γέρνει κατάφορα υπέρ των δεύτερων.

Γιατί αυτοί που εκπροσωπούν εμένα και εσένα δε ξέρουν πως ζούμε εγώ κι εσύ. Και γιατί δε γίνεται να αποφασίζει για μένα που έχω 400 ευρώ στην τσέπη κάποιος που έχει 4 εκατομμύρια.

Γιατί η πρόνοια είναι υπό καθεστώς εξαφάνισης: οι ασθενείς δεν έχουν φάρμακα, τα νοσοκομεία υπολειτουργούν.

Γιατί υπάρχει τόσο έντονο αίσθημα αδικίας, που κοντεύει να μας πνίξει. Η ατιμωρησία φέρνει οργή. Κι οργή γεννά βία. Και ο φαύλος κύκλος δε κλείνει ποτέ.

Γιατί δε ξέρουμε ποιον να εμπιστευτούμε. Όπως δε ξέρουμε τι να πιστέψουμε. Και όντας άδειοι από πίστη, έχουμε χάσει ιδανικά και ιδεολογίες.

Γιατί οι παραγωγικότερες των γενιών έχουν υποχρεωθεί σε αδράνεια. Και γιατί τα μυαλά της χώρας ωθούνται στην μετανάστευση.

Γιατί υπάρχει βαθύς διχασμός: οι βολεμένοι απέναντι στους μη.

Γιατί  ενώ τα μόνα κριτήρια παντού θα έπρεπε να είναι η αξιοκρατία, η απόδοση, η παραγωγικότητα, η ποιότητα είναι άλλα. Ακόμα.

Γιατί εκλείπει το πλαίσιο, οι προϋποθέσεις, η ενθάρρυνση, τα κίνητρα – τόσο για την καινοτομία όσο και για την ανάπτυξη όποιας επιχειρηματικότητας.

Γιατί η έλλειψη παιδείας είναι εξαιρετικά εκτεταμένη. Και τούτη η έλλειψη μπορεί να θεωρηθεί γενεσιουργός αιτία δεινών.

Γιατί ο «κακός μας εαυτός» είναι πανταχού παρόν. Και φανερώνεται με κάθε αφορμή. Ακόμα και για να κλέψουμε τη σειρά του άλλου στην ουρά μιας δημόσιας υπηρεσίας.

Γιατί στο σημείο που φτάσαμε η λογική αφήνει χώρο στις σπασμωδικές κινήσεις θυμού και απογοήτευσης.

Τόσα γιατί και άλλα τόσα που σκεφτόμαστε λίγο πολύ όλοι. Αναμασάμε τα ίδια, ανακυκλώνουμε σκέψεις και ιδέες προσπαθώντας να φτάσουμε σε λύσεις. Πριν προλάβουμε όμως λυγίζουμε από το βάρος της καθημερινότητας. Χάνουμε τη διάθεση μας. Έχουμε από καιρό χάσει το όνειρο μας. Ακόμα και το καλοκαίρι είναι φέτος αμήχανο, σα να μη μπορεί ο ήλιος πέρα από τις μέρες μας να φωτίσει και τις ζωές μας. Σα να μη μπορεί το σήμερα να δώσει τη σειρά του σε καλύτερα αύριο.

Και εκεί, καταμεσής του χάους, αναζητώ την ελπίδα σα χαμένο κομματάκι του παζλ.

*Τίτλος δανεισμένος από τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα.

Στη χώρα του μη παρέκει

Μέρες τώρα προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται. Αδυνατώ. Ίσως να φταίω εγώ. Ίσως να φταίει η πραγματικότητα που με ξεπερνά. Εδώ και καιρό μου φαίνεται αδύνατο να εναρμονιστώ με τη λογική που επικρατεί σε αυτόν τον τόπο αλλά όσο περνάει ο χρόνος, αυτό γίνεται και δυσκολότερο. Και κάπως έτσι φτάνεις στο μη παρέκει.

Συσσωρευμένα συναισθήματα. Θυμός, απογοήτευση, νευρικότητα, φόβος, οργή, στεναχώρια, δυσπιστία. Ναι, θέλεις να είσαι αισιόδοξος. Ναι θες όσο τίποτα να συμβαδίσεις με το «έξω» – με την άνοιξη που είναι εδώ. Αλλά φαίνεται ότι φέτος η βαρυχειμωνιά δε λέει να περάσει, ακόμα κι αν ο ήλιος λάμπει το πρωί. Προσπαθείς να δραπετεύσεις νοητά αλλά η προσγείωση καραδοκεί κάθε στιγμή. Βλέπεις αυτόν τον ευλογημένο τόπο που ανθίζει χωρίς να ξέρει και δε γίνεται να μην αναρωτηθείς πως καταφέραμε να τον καταστρέψαμε. Γιατί θέλει προσπάθεια. Πολύ.

Από πού να το πιάσεις και… που να το αφήσεις. Κοιτώ τις ειδήσεις με τον πρώτο καφέ της ημέρας και διαβάζω για την αυτοκτονία του συνανθρώπου μας, σε κοινή θέα, στο Σύνταγμα. Μετά μηδέν. Αυτιά κλειστά σε κάθε είδους ανάλυση. Θυμός να ξεχειλίζει. Εδώ είμαστε; Εδώ φτάσαμε; Πιάσαμε πάτο ή έχει κι άλλο αυτή η κατηφόρα; Μου είπαν για τις δηλώσεις που έγιναν επί του θέματος. Μου είπαν για το πώς χειρίστηκαν το ζήτημα τα Μέσα. Αρνούμαι να ακούσω. Όχι λόγω υπεροψίας. Σίγουρα όχι λόγω αδιαφορίας. Κυρίως λόγω αδυναμίας. Μου αρκεί η είδηση, τα γύρω γύρω είναι περιττά – πέρα για πέρα. Δεν τον ήξερα, δεν ξέρω τις συνθήκες, δε ξέρω τι έγινε και γιατί έγινε. Οπότε θα μιλήσω για αυτά που ξέρω. Για την καθημερινή εξαθλίωση, που δεν είναι κρυμμένη πίσω από κλειστές πόρτες αλλά μπροστά μας. Κάθε μέρα. Όλη μέρα.  

Τι εννοώ; Εννοώ… Ουφ. Προσπαθώ να επικεντρώσω τη σκέψη μου κάπου αλλά ούτε αυτό μπορώ να κάνω. Μάλλον εννοώ τη διαφθορά, οικονομική και ηθική. Συνέχεια κάτι καινούριο. Όχι, εννοώ τις ένοπλες ληστείες. Κόσμος που πεινά και κόσμος που φοβάται. Ή μάλλον όχι, εννοώ τις απολύσεις. Πόσοι άνεργοι. Πόσοι ακόμα να μείνουν στο δρόμο. Πόσες οικογένειες που δεν έχουν πλέον ούτε για τα απαραίτητα. Πόσο να μαζευτείς, να υπομείνεις, να κάνεις υπομονή. Χιλιάδες αιτήσεις για μερικές θέσεις που υπόσχονται εργασία για λίγους μήνες. Ή όχι, όχι. Εννοώ τις παρανομίες. Ακούς για 75.000 άτομα που έπαιρναν επιδόματα χωρίς να τα δικαιούνται. 1500-3000 ευρώ μίζα έπαιρναν οι υπεύθυνοι γιατροί και υπάλληλοι (σύμφωνα με τα δελτία ειδήσεων). Και πόσα άλλα. Και τόσα άλλα. Λάθος, εννοώ την μεταναστευτική πολιτική. ‘Η όχι, μάλλον όχι, εννοώ τον στρουθοκαμηλισμό χωρίς τέλος. Πόσες φορές ακόμα να ακούσουμε στις ειδήσεις για τα απανωτά σοκ; Σοκ για τη διαφθορά, σοκ για τα επιδόματα που κατέληγαν σε χίλιους μύριους άσχετους, σοκ για την ανεξέλεγκτη πορεία της χώρας, σοκ για το ένα, σοκ για το άλλο. Πτώση από τα σύννεφα μέρα παρά μέρα. Και για τιμωρίες… ούτε λόγος! Κανείς δεν έφταιξε ποτέ. Όλοι αθώοι, έληξε η συνεδρίαση.

Και το κερασάκι στην τούρτα; Οι εκλογές. Και φυσικά πρέπει να γίνουν εκλογές. Και φυσικά πρέπει να είμαστε όλοι εκεί. Νιώθεις το ειδικό βάρος που έχουν αυτή τη φορά- δε γίνεται να μη το νιώσεις. Και μη έχοντας άλλο τρόπο να αντιδράσουμε, τουλάχιστον ας δηλώσουμε το παρών. Συνειδητά (το κατά δύναμιν πάντα). Αλλά να. Νιώθω πως κάνουμε μια άλλη βουτιά χωρίς αναπνευστήρα στον εκλογικό δρόμο που μοιάζει να έχει προορισμό το πουθενά. Κακοπληρωμένοι, άνεργοι, ταλαιπωρημένοι. Κάπως ξέρουμε τι φταίει. Κάπως ξέρουμε ποιος και γιατί. Αλλά δεν ξέρουμε τη λύση. Και αυτό είναι το χειρότερο. Γεμίσαμε από λόγια. Πολλά, όμορφα, γεμάτα υποσχέσεις. Ανέλπιδες ευχές που λέει και ο Αγγελάκας. Να αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια μας. Και δεν είναι ότι δε θέλω να πιστέψω. Θέλω. Αλλά δεν ξέρω ποιον και τι. Είναι που έχω και αυτό το πρόβλημα. Στο μυαλό μου οι λέξεις πρόοδος, ανάπτυξη, επένδυση έχουν συνειρμικά συνδεθεί με τη λέξη ουτοπία.   

*To κείμενο αυτό πρωτό-δημοσιεύθηκε εδώ στις 12/04/2012.