Όταν ένα ωραίο βιβλίο γίνεται μια επίσης ωραία ταινία

Δεν είμαι και πολύ υπέρ της μεταφοράς ενός βιβλίου στο πανί. Ο κυριότερος λόγος είναι πως, κατά πλειοψηφία, οι περισσότερες εξ’ αυτών αποδεικνύονται αρκετά κατώτερες από το προσδοκώμενο. Κατά κανόνα, πρώτα διαβάζω το βιβλίο και μετά βλέπω την ταινία. Και (κατά κανόνα επίσης) βρίσκω το βιβλίο πολύ καλύτερο. Σε αυτό συντρέχουν φυσικά πολλοί λόγοι – ίσως και να φταίει το ότι αυτό που πλάθουμε με τη φαντασία μας κατά την ανάγνωση, πολλές φορές δεν αποτυπώνεται το ίδιο από τον εκάστοτε σκηνοθέτη – και είναι λογικό. Θα φέρω ως παράδειγμα ένα από τα πολύ κλασικά. Την περίπτωση του «Da Vinci Code» (και του «Ιlluminati») των best seller του Dan Brown. Μεμονωμένα, οι ταινίες ήταν απλά καλές (ένα ευχάριστο δίωρο στο σινεμά μπλα μπλα). Αν είχες διαβάσει όμως πρώτα το βιβλίο, τότε εντόπιζες τη διαφορά, και μπορεί να τις έβρισκες ακόμα και απογοητευτικές. Έχοντας αυτό και άλλα παρόμοια παραδείγματα κατά νου, καθυστέρησα πολύ να δω τη (σουηδική) κινηματογραφική μεταφορά της τριλογίας του Larsson. Κακώς. Νομίζω πως είναι η καλύτερη μεταφορά βιβλίου που έχω δει. Εξαιρετική σκηνοθεσία, ωραία φωτογραφία, πιστή μεταφορά από το πρωτότυπο κείμενο και κυρίως – τόσο ταιριαστό καστ. Δεν έχω λόγια. Οσονούπω, κυκλοφορεί στις αίθουσες και η αμερικάνικη εκδοχή της τριλογίας, δια φακού Fincher για την οποία γίνεται πολύς ντόρος. Μπορεί να είναι καλή, μπορεί να είναι και πολύ καλή. Αλλά έχω τους ενδοιασμούς για το αν γίνεται να είναι τόσο καλή. Σε αυτό που είμαι σχεδόν βέβαιη, είναι πως είναι μάλλον αδύνατο να βρεθεί καλύτερη Lisbeth Salander από τη Noomi Rapace.

Millenium 1

Millenium 2

Millenium 3

Advertisements

Midnight in Paris (και όχι μόνο!)

Woody Allen is back.

Τα είχα πει και ΕΔΩ πριν από μερικούς μήνες για το «Midnight in Paris» που, ναι χωρίς να το έχω δει, του έχω βρει ήδη δύο μεγάλα ατού: Την πένα του Woody Allen (και την σκηνοθετική ματιά βεβαίως, βεβαίως) και το Παρίσι. Υπέροχα δηλαδή! Η ταινία βγαίνει (επιτέλους) και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες από σήμερα.

Δε θα πω άλλα, θα σας παραπέμψω στο trailer (που κυκλοφορεί πλέον και με ελληνικούς υπότιτλους)

Στα plus, προτείνω να δείτε το (εξαιρετικά φτιαγμένο) videάκι που ακολουθεί, όπου πρωταγωνιστές των ταινιών του Woody Allen παίζουν…σαν κι αυτόν! (το οποίο και πρωτοείδα ΕΔΩ)

Τέλος, για λίγη ακόμα δόση Woody Allen  διαβάστε τι είπε ο «ταπεινός master of cinema» στη Lifo και στο Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο ΕΔΩ.

Happy-go-lucky

Ή αλλιώς ένα ποστ «ότι θυμάμαι χαίρομαι». Αλλά (ξανά) είδα πρόσφατα το «Happy-go-lucky» (2008) και, ναι ετεροχρονισμένα, ήθελα να πω γιατί μου άρεσε (και γιατί θα σας πρότεινα να τη δείτε).

       

Πως θα σας φαινόταν αν κάποιος γύρω σας ήταν πάντα χαρούμενος, αντιμετώπιζε τη ζωή σαν πλάκα, χαιρόταν με τα καλά και έβρισκε θετικά ακόμα και στις αναποδιές; Αν, ακόμα κι αν είχε ελάχιστα, ένιωθε ευγνωμοσύνη για αυτά; Και αν είχε ως φιλοσοφία ζωής το «be happy«? Πως θα σας φαινόταν  αν – ακόμα καλύτερα – ήσασταν εσείς αυτός ο «κάποιος»;

Με υλικά του λίγο πολύ την παραπάνω ιδέα και την καρτουνίστικη φάτσα της Sally Hawkins, o Mike Leigh έγραψε (και μετά σκηνοθέτησε) μια ταινία για τη ζωή της Poppy, μιας δασκάλας από το Λονδίνο, που βασικό της χαρακτηριστικό είναι η αισιοδοξία της (ή καλύτερα η υπερ-αισιοδοξία της). Στις 2 περίπου ώρες που διαρκεί το φιλμ, παρακολουθούμε στιγμές από την καθημερινότητα της, πως πορεύεται, πως αντιδρούν οι γύρω της, πως είναι η ζωή αν της προτάσσεις ένα χαμόγελο ανά πάσα στιγμή. Έχει ενδιαφέρον να δεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια της Poppy αλλά και ποια είναι η στάση του καθενός από μας απέναντι της. Και τελικά να αναρωτηθείς: Αντέχει ο κόσμος τόση…ευτυχία;

Στα (+) της ταινίας είναι σαφώς η πρωταγωνίστρια της (που βραβεύθηκε για την ερμηνεία της με Χρυσή Σφαίρα) αλλά και το σενάριο της (που προτάθηκε και για Όσκαρ) ακόμα κι αν μερικές σκηνές του μοιάζουν λιγάκι ασύνδετες. Α ναι, και το «Common People» των Pulp στη μουσική επένδυση.

Σε τέτοιες εποχές όπου η μιζέρια που μας περιβάλλει φαίνεται να επεκτείνεται με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς, που η εν Ελλάδι κατάσταση μας κάνει να χάνουμε το κέφι μας, που η αισιοδοξία παραμερίζεται μπροστά στα ποικίλα προβλήματα – το σινεμά έχει απαντήσεις. Όπως έγραφε και η επίσημη πρόταση της ταινίας: «This is the one movie (that this fall) that will put a smile on your face».

Iδού και το trailer:

Ένα υπέροχο ταινιάκι!

Απευθείας από την βιντεοθήκη του doctv.gr η υπέροχη ταινία μικρού μήκους του Patrick Hughes με τίτλο «Signs». Η ζωή, η καθημερινότητα και τελικά η αγάπη στην εποχή μας, μέσα από ένα φιλμ που έκανε το γύρο του διαδικτύου κερδίζοντας τις εντυπώσεις!

Πηγή: http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG777

Και άλλη μια ταινία που αγαπώ («Lives of Others»)

Nαι, σήμερα το blog είναι λίγο σε mood «το mega θυμάται». Απλά πρόκειται για κάποια παλαιότερα κείμενα, που θεωρώ πως πρέπει να βρίσκονται και εδώ, για αυτό και η μαζικές αναρτήσεις.

Last, but not least, μια άποψη για μια ταινία που με εντυπωσίασε αμέσως και που ξαναείδα πρόσφατα. Όσοι δεν την έχετε δει, συνίσταται ανεπιφύλακτα!

Ο γερμανικός – και όχι μόνο- κινηματογράφος έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα του τείχους του Βερολίνου. Αλλά και ευρύτερα, ιδιαίτερα με την Γερμανία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ συναντάμε ταινία με αντίστοιχη θεματολογία – που δεν είναι άλλη απο τα «Σφραγισμένα Χείλη» (υποψήφιο και στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας). Το «Lives of Others» είναι μια εξαιρετική ταινία, κυκλοφόρησε το 2007 και έλαβε το χρυσό αγαλματίδιο ως «Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία». Αν δεν την έχετε δει, είναι σίγουρα μια πολύ καλή πρόταση…

Είναι δύσκολο πάντως να γράψεις για μια ταινία σαν το «Οι Ζωές των Άλλων». Και όλη της η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι είναι από αυτές τις ταινίες που προκαλούν «αίσθηση», που σε κάνουν να «κολλάς» μπροστά στην οθόνη, που σου αφήνουν συναισθήματα και σκέψεις για καιρό μετά. Δεν είναι απαραίτητο να αρέσει σε όλους, αλλά αναμφισβήτητα δεν είναι μια ταινία που μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανένα θεατή.

Βρισκόμαστε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1980, στην Ανατολική Γερμανία. Τότε που ακόμα το τείχος του Βερολίνου δεν είχε πέσει, τότε που η κόντρα ανάμεσα στις δυο πλευρές του Βερολίνου καλά κρατούσε. Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους, αλλά ακόμα και αν αυτό δεν συμβαίνει, λύνονται αμέσως οι όποιες απορίες. Το θέμα επικεντρώνεται γύρω από τη γερμανική μυστική αστυνομία, την επονομαζόμενη «Στάζι», η οποία ουσιαστικά ήταν υπεύθυνη στο να ανατρέπει (τις περισσότερες φορές μάλλον βίαια) οποιαδήποτε επικοινωνία των πολιτών με τη Δύση αλλά και την έκφραση «ελεύθερων ιδεών». Κεντρικός ήρωας είναι ο λοχαγός Gerd Wiesler (Urlich Muhe), ο οποίος συντονίζει παρακολουθήσεις «ύποπτων πολιτών», μια λίστα η οποία περιλαμβάνει καλλιτέχνες, συγγραφείς κλπ. Ο Wiesler είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα από τη δουλειά του, που είναι απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτή και φυσικά που υποστηρίζει με όλη του την ψυχή το έργο της Στάζι. Η παρακολούθηση επεκτείνεται σε ένα συγγραφέα, τον Georg Dreyman (Sebastian Koch) και την ηθοποιό σύντροφο του Christa – Maria Sieland (Martina Gedeck). Και από αυτό το σημείο αρχίζουμε να παρακολουθούμε τη ζωή αυτών αλλά και πως επηρεάζουν τη ζωή του λοχαγού Wiesler.

Το κύριο θέμα, του τείχους του Βερολίνου είναι πολύ σημαντικό και έχει απασχολήσει πολλές γερμανικές παραγωγές με χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα το “Goodbye Lenin”. Αλλά η ταινία καλύπτει και άλλα πολλά θέματα. Από τη σκληρότητα της Στάζι μέχρι τις δολοπλοκίες διαφόρων πολιτικών. Από την δράση της καλλιτεχνικής ζωής μέχρι τις ακρότητες των με και των δε. Μέσα σε ένα πολιτικό- ιστορικό παζλ, μπλέκονται οι ζωές των ανθρώπων με τρόπο τέτοιο που δύσκολα φαντάζεται κανείς. Βαθιά νοήματα αλλά και σύνθετα συναισθήματα έρχονται στην επιφάνεια έτσι που καθηλώνει τον οποιοδήποτε. Γίνεται αντιληπτό σε τι τεράστιο βαθμό αλληλοεπηρεάζονται οι ζωές των άλλων με τις ζωές τις δικές μας και πως ο οποιοσδήποτε, ακόμα και ένας άγνωστος μπορεί να κινήσει τα νήματα έτσι που να αλλάξει την πορεία και άλλων ανθρώπων. Η πλοκή της ταινίας χαρακτηρίζεται από συνεχείς ανατροπές. Ανατροπές όχι μόνο στα γεγονότα αλλά και στα συναισθήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων ανάλογα με τις συνθήκες… Οι ανατροπές αυτές, μαζί με τη δύναμη των συναισθημάτων είναι και τα μεγάλα ατού της ταινίας (σε αυτά μάλλον πρέπει να προστεθεί και το τέλος της).

Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι ανάλογη του θέματος της και το ίδιο και η αισθητική της. Δεν υπάρχουν πολλά εφέ, δεν υπάρχουν περιττά στοιχεία στην εικόνα. Οι σκηνές συνάδουν με την εποχή, το ίδιο και όλα τα υπόλοιπα, όπως η μουσική, η ενδυματολογία, τα σκηνικά. Δεν στηρίζεται στον εντυπωσιασμό, όλη η μαγεία της βρίσκεται στην μεγάλη υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών. Υπάρχει τόσο έντονη εκφραστικότητα που οτιδήποτε άλλο είναι μάλλον περιττό. Ο σκηνοθέτης Florian Henckel von Donnersmarck έχει κάνει πολύ καλή δουλειά αλλά συγκεντρώνει τα εύσημα κυρίως για το σενάριο που είναι και το δυνατό του χαρτί. Το μόνο που ίσως ξενίζει λίγο είναι η γερμανική γλώσσα.

Πρόκειται για μια ταινία που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο κάποιον. Όχι τόσο για το θέμα της, το οποίο μπορεί εν μέρει να θεωρηθεί «βαρύ», αλλά για αυτά που αναδύονται στα 137 λεπτά που διαρκεί η ταινία. Είναι από αυτές τις ταινίες που δε θέλεις ούτε λεπτό να στρέψεις το βλέμμα αλλού, που δε θέλεις να χάσεις ατάκα. Είναι από τις ταινίες που πράγματα απλά, όπως μια «σονάτα» μπορεί να γλυκάνει την ψυχή του καθενός. Πόσο μάλλον μια «σονάτα για έναν καλό άνθρωπο»…

Αν και δεν αποτελεί αξιοκρατικό κριτήριο πάντα, αξίζει να αναφερθεί πως «Οι Ζωές των Άλλων» είχαν και οσκαρική δικαίωση, με το «Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας» για το 2007. Πέρα από αυτό έλαβαν άλλα 42 βραβεία σε διάφορες απονομές (πχ “European Film Awards”, “German Film Awards”…) τα οποία ενίσχυσαν τη θερμή υποδοχή του κοινού.

Μια ταινία που αγαπώ…(L’auberge espagnole)

Ένας ευρωπαϊκός καφενές, φτιαγμένος από 7 πρόσωπα προερχόμενα από κάθε γωνιά της Ευρώπης. Ένας ευρωπαϊκός καφενές φτιαγμένος από όνειρα, γέλια, τρέλες, άγχη, σκοτούρες, φοιτητικές μέρες και νύχτες, προσδοκίες…Ένας ευρωπαϊκός καφενές φτιαγμένος από διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές κουλτούρες, διαφορετικές νοοτροπίες…Αυτό είναι το “ L’auberge espagnole”, που αποδίδεται στα ελληνικά ως «ευρωπαϊκός καφενές» (αν και κυκλοφόρησε στη χώρα μας με το πιο εύπεπτο “Euroflirt”). Είναι ένα παζλ όπου όλα αυτά ενώνονται αρμονικά και με λίγα λόγια μας δείχνει ότι αυτά που μας ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν. Πρόκειται για μια ταινία πολυπολιτισμική, όπου εικόνες, γλώσσες και πρόσωπα εναλλάσσονται περίφημα.
Τόπος; Η Βαρκελώνη. Μια πόλη με διάχυτο το μεσογειακό ταμπεραμέντο, γίνεται αμέσως οικεία στον Έλληνα θεατή. Πρόσωπα; 7 παιδιά, 7 φοιτητές. Από Αγγλία, Γαλλία, Δανία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και Βέλγιο. Συναντώνται στην Βαρκελώνη μέσω του erasmus (πρόγραμμα φοιτητικών ανταλλαγών) και οι περιπέτειες τους γίνονται αντικείμενο της ταινίας. Χώρος; Ένα σπίτι, ο επονομαζόμενος «ευρωπαϊκός καφενές»…Μια τυχαία συγκατοίκηση των παιδιών και όλα όσα προκύπτουν από αυτή την μίξη…!

Ο Χαβιέ είναι ο κεντρικός μας ήρωας, και γύρω από αυτόν κινείται η ταινία. Νέος, με μια βαλίτσα φορτωμένη όνειρα (προσανατολισμένα σε συγγραφικές οδούς) και με ένα «αναγκαστικό» πτυχίο οικονομικών, φεύγει για την Ισπανία για να διευρύνει τις επαγγελματικές του ευκαιρίες. Εκεί μια νέα ζωή ξεδιπλώνεται μπροστά του και συνεπαρμένος από τη φοιτητική ανεμελιά αλλά και με χάρτη τα όνειρα του παρασύρεται σε δρόμους που αγνοούσε. Και εκεί έγκειται όλη η μαγεία της ταινίας. Στο πως, μέσα από μια φοιτητική ματιά, όλα αναθεωρούνται και τα μέχρι προσφάτως σημαντικά γίνονται μικρά, και τα «μικρά» γίνονται λόγοι ύπαρξης. Εκει, και στο πως άνθρωποι από το «πουθενά», μπορούν να γίνουν οι δικοί μας άνθρωποι. Ο ένας χρόνος που θα περάσει ο Χαβιέ στη Βαρκελώνη και αυτή η συγκατοίκηση, θα τον σημαδέψουν για τη μετέπειτα πορεία του, θα τον σημαδέψουν για μια ζωή…Καθώς φαίνεται ένας χρόνος είναι ικανός να ανατρέψει τα πάντα.

Η ταινία κινείται γρήγορα, η εναλλαγή προσώπων και γλωσσών είναι ευχάριστη και δίνει ρυθμό στην ταινία. Ίσως ξενίσουν μερικά σημεία (όπως η γνώριμη γαλλική «φλυαρία») αλλά παρόλα αυτά δεν κουράζει. Είναι ευχάριστη και τα νέα πρόσωπα δίνουν μια ξεχωριστή φρεσκάδα. Μέσα από μια μίξη πολιτισμών, κουλτούρας και οπτικής, ο «ευρωπαϊκός καφενές» συνθέτει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων τόσο «δεμένο» και με φόντο την Βαρκελώνη καταφέρνει να μας μεταδώσει την ανεμελιά και την πεποίθηση πως τελικά…όλα είναι δυνατά!

Ο Cedric Klapisch έχει μια διαφορετική οπτική, έχει μια φρέσκια σκηνοθετική ματιά και μας παραδίδει μια ταινία που όλα αυτά είναι διάχυτα. Ο πολλάκις βραβευμένος σκηνοθέτης είναι και ο σεναριογράφος της ταινίας, γεγονός που μας κάνει να του αποδώσουμε κι άλλα credits! Kαλογραμμένη, έχει ελάχιστες στιγμές πολυλογίας και ένα χιούμορ που κερδίζει ίσως και τους πιο δύσπιστους!

Όσο αφορά τη μουσική επένδυση της ταινίας, δε θα λέγαμε πως είναι το δυνατό της χαρτί, όμως σίγουρα ξεχωρίζει το εξαιρετικό “No Surprises” των Radiohead!

Αξιοσημείωτο είναι πως η ταινία πήγε πολύ καλά και σε ευρωπαϊκές απονομές ( “Brisbane International Film Festival”, “Cesar Awards”, “European Film Awards” etc…). Συνολικά θα λέγαμε πως είναι από τις πιο αξιόλογες γαλλικές (αν και με φανερή ισπανική χροιά) ταινίες που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Ο γαλλικός κινηματογράφος έχει πάρει τα πάνω του τον τελευταίο καιρό και ταινίες όπως αυτή το αποδεικνύουν περίτρανα.! Εξίσου καλή είναι και η συνέχεια που τιτλοφορείται “Russian Dolls” (2005)…Aυτό όμως είναι άλλο μεγάλο κεφάλαιο…!