Μέρες καλοκαιριού;

Μέρες περίεργες. Που ξημερώνουν παράξενα. Τα συναισθήματα εναλλάσσονται διαρκώς. Ανά ώρα, ανά στιγμή. Τη μια νιώθεις δυνατός, έτοιμος να τα βάλεις με τα «θηρία» της καθημερινότητας, έτοιμος να αντισταθείς στα κύματα που σκάνε πάνω σου χωρίς σταματημό. Κι έπειτα, σα να αποφορτίζονται οι μπαταρίες σου, χαζεύεις νωθρά γύρω. Πότε την οθόνη του υπολογιστή, πότε λίγο παραπέρα. Τον ήλιο, το φως που λούζει τούτες τις καλοκαιρινές μέρες – μέρες που δε ξέρουν τι περνάμε και περιμένουν σαν άλλοτε να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα τους. Σπανιότερα κοιτάς τους ανθρώπους. Είναι που διστάζεις μπρος τα σκοτεινιασμένα μάτια τους, είναι που δε ξέρεις αλλά και ξέρεις ταυτόχρονα.

Έρχονται κάποιες ώρες που η αυτό-πειθώ λειτουργεί περίφημα. Γεμίζεις το νου με λέξεις, φράσεις, τσιτάτα. Τα επαναλαμβάνεις στον εαυτό σου όσο πιο συχνά μπορείς: «Η ευτυχία κρύβεται στα μικροπράγματα», «Άδραξε τη μέρα» και τόσα άλλα. Που ναι, θέλεις να τα πιστέψεις. Που ακόμα περισσότερο θέλεις να τα ενστερνιστείς, να τα κάνεις κομμάτι σου, να βγεις έξω στον κόσμο και να τα αλλάξεις όλα. Να τα γκρεμίσεις και να τα ξαναχτίσεις απ’ την αρχή. Κι έπειτα; Έπειτα σα ζυγαριά που δε ξέρει προς τα πού να γύρει, ταλαντεύεσαι μεταξύ άσπρου και μαύρου.

Και σκέφτεσαι: «Μας τελείωσε».

Η υπομονή, το κουράγιο, η αισιοδοξία. Πώς να τα αντλήσεις όλα τούτα και από πού; Πως, όταν το σάουντρακ της ζωής μας γεμίζουν ήχοι από πόρτες που κλείνουν με θόρυβο στα μούτρα μας; Πως, όταν περιμένεις να συμβεί κάτι που –  με μαθηματική ακρίβεια – δε συμβαίνει ποτέ; Πως, όταν οι ειδήσεις τις μέρας σου είναι γεμάτες με απολύσεις, μειώσεις, περικοπές; Με ανθρώπους που δεν μπορούν να αγοράσουν τα φάρμακα και το φαγητό τους; Κι ακόμα χειρότερα, με ληστείες, βία, αυτοκτονίες; Πώς, όταν οι σκέψεις σου αντί να γεμίζουν με παραλίες και διακοπές όπως παλιά, γεμίζουν με υπολογισμούς για εφορίες και χαράτσια;

Δεν είναι που δε  θέλεις. Θέλεις όσο τίποτα. Αγανακτείς με τη μιζέρια που σκεπάζει σα μαύρο σύννεφο τις ώρες μας. Θυμώνεις με το πόσο δυσαρεστημένοι είμαστε όλοι. Νευριάζεις με την αχαριστία μας. Θέλεις να φωνάξεις δυνατά να σε ακούσουν όλοι πως οι στιγμές είναι δικές μας, είναι πολύτιμες, η φράση από το βιβλίο που διάβασες τριγυρνά στο μυαλό σου: «αντιλαμβάνονται (όλοι γύρω) ότι αυτή η στιγμή, αυτό το υπέρλαμπρο πρωινό δεν θα ξανάρθει ποτέ; Συνειδητοποιούν ότι ζούμε τώρα, εδώ, κι ότι όλα είναι επισφαλή, εύθραυστα και πρόσκαιρα;»*

Αλλά είναι που δε μπορείς. Η τρόικα, η επαναδιαπραγμάτευση που δε θα έρθει ποτέ, τα νέα μέτρα, η ανεργία. Κλείνεις την τηλεόραση. Κοιτάς το κενό και ονειρεύεσαι τόσο όσο. Λίγο. Για να μη παρασυρθείς. Για να μην είναι μεγάλη η αντίθεση με την πραγματικότητα. Έχεις συμβιβαστεί με τις περικοπές στα όνειρα. Το χειρότερο είναι ότι έχεις συμβιβαστεί με όλα. Σα να μη σε πειράζει τίποτα, δέχεσαι στωικά ότι κι αν συμβεί. Περιμένεις. Σαν παρατηρητής κοιτάς τη ζωή σου και τις ζωές των άλλων. Και περιμένεις. Ίσως κάποιον να έρθει να σε πάρει από το χέρι. Ίσως κάποιο θαύμα. Ίσως. Μέχρι τότε στηρίζεσαι όπου μπορείς. Σε ένα τραγούδι που γράφτηκε πολλά χρόνια πριν και κάπως λέει αυτά που θες να πεις:

«Όσα στηρίξαν την καρδιά
εικόνες, μνήμες και φιλιά
πρόσωπα κι όνειρα ακριβά
αυτά που αντέξαν στη φθορά
και σώζουν τ’ άδεια χρόνια…»**

[*Σώτη Τριανταφύλλου / «Ο χρόνος πάλι»

**Παλίρροια – Στίχοι: Καρασούλος Παρασκευάς / Μουσική: Κορκολής Στέφανος/ Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη]

Το κείμενο αυτό πρωτο-δημοσιεύθηκε ΕΔΩ στις 10 Ιουλίου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s