Tα καλύτερα του δεκατέσσερα

Και έρχεται κάποια στιγμή που αρχίζεις να μετράς τα χρόνια που περνάνε αλλιώτικα. Όχι σε λεπτά, ώρες και μέρες, μα σε αυτά που είδες, άκουσες, διάβασες – αισθάνθηκες. Όπως το ‘λεγε και ‘κεινος ο στίχος από το «Rent». Είναι οι στιγμές· μοιρασμένες και μη, είναι όλα εκείνα που γέμισαν τις μέρες σου. Κι αν κάποια από αυτά τα κρατάς προσωπικά, μόνο για σένα, σαν παρακαταθήκη, σαν αναμνήσεις που σε οχυρώνουν, υπάρχουν και τα άλλα που θες να μοιραστείς. Μόνο τα καλά. Μόνο αυτά που πιστεύεις πώς αξίζουν. Γιατί το ‘χεις πάρει απόφαση πια να κρατάς μόνον αυτά.

Έτσι και για τη χρονιά που φεύγει. Κάνω ένα σύντομο απολογισμό και καταγράφω: βιβλία, μελωδίες, ταινίες, σειρές.

Διάβασα

Το 2014 ήταν μια χρονιά που διάβασα αρκετά αλλά όχι όσο θα ‘θελα – προσθέτω στη λίστα με τα resolutions για το 2015 ότι θέλω να διαβάσω περισσότερο.

Οι αναγνώσεις είχαν (σχεδόν) από όλα. Είχαν κι αρκετή λογοτεχνία. Κρυφοκοιτάζω τη λίστα μου και ξεχωρίζω:

*το νοσταλγικό «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο» της Άλκης Ζέη

*την αριστουργηματική νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη «360»

*το υπέροχα βιβλιοφιλικό «Στο καλό μυθιστόρημα» της Laurence Cossé

2

*το άκρως συγκινητικό «Το βιβλίο της Κατερίνας» του Αύγουστου Κορτώ που ακολούθησε το βαθιά συναισθηματικό «Επειδή είναι η καρδιά μου» του ιδίου

3

*το σπαρακτικό «Εμείς τα θηρία» του Τζάστιν Τόρρες

*το κινηματογραφικά ταξιδιάρικο «Η κινηματογραφική λέσχη» του Ντέιβιντ Γκίλμουρ

*το πολλάκις ξαναδιαβασμένο (μα πάντα λατρεμένο) «Τρίτο Στεφάνι» – αυτή τη φορά από την πλευρά της Νίνας

1

*το εξαιρετικά καλογραμμένο «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη

*τα αγαπημένα αστυνομικά: «Κοκκινολαίμης» του (master) Jo Nesbo και «Tuesday’s Gone» των Nicci French (που με έκανε να αδημονώ για όλη την επταλογία)

*το θαυμάσιο «Πρόσωπα» της Μαριλένας Αστραπέλλου

*το πολύ δυνατό «Η καρέκλα του κυρίου Έκτορα» της Βάσιας Τζανακάρη

Είδα

Πολλές σειρές, λίγο σινεμά. Μα τώρα πια οι διαφορές όλο και λιγοστεύουν μιας και το επίπεδο των τηλεοπτικών παραγωγών έχει ανέβει κατακόρυφα. Είδα:

*αρκετά παλιά που συνεχίζω να αγαπώ όπως το εκπληκτικό «The Good Wife» που ‘χει μια σταδιακά ανοδική πορεία, κάθε νέα του season θαρρείς και είναι καλύτερη από την προηγούμενη αλλά και το γλυκύτατο «Last Tango in Halifax»

*δύο εξαίσιες δεύτερες season: αυτή του συναρπαστικού «House of Cards» (με τον απίστευτο ερμηνευτικά Kevin Spacey) και του εθιστικού «Orange is the new black»

house of cards wallpaper26924

*κάποιες νέες προσθήκες: – το δυναμικότατο «How to get away with murder» (άψογη η Viola Davis που κρατά τα ηνία της σειράς) –  το τόσο διαφορετικό «Transparent» – το χαλαρωτικό «Madam Secretary»

Είδα και ξανάδα το «Medianeras» του Gustavo Taretto και θυμήθηκα πώς είναι να αγαπάς μια ταινία τόσο πολύ που να μη τη χορταίνεις.

Άκουσα

*πολύ ραδιόφωνο· περισσότερο από ποτέ. To radiofono, Diesi 101.3, το δικό μας Maga Radio, εκπομπές του Amagi – και  η νέα προσθήκη που ‘γινε αμέσως αγάπη: η Menta.

*δίσκους πολλούς μα ελάχιστους καινούριους. Οι διαχρονικά αγαπημένοι κέρδισαν έδαφος φέτος, σα να μην ήθελαν να παραχωρήσουν τη θέση τους. Κι ανάμεσα τους ο νέος δίσκος της Νατάσσας Μποφίλιου με το Σωκράτη Μάλαμα, αυτός του Αλκίνοου Ιωαννίδη, η Ηλιόπετρα από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, το νέο άλμπουμ της Χαρούλας, τα Μεροκάματα του Πάνου Παπαϊωάννου, όλο το «Καινούριο Φιλί» της Γιώτας Νέγκα μα και τα άλλα τα παλιότερα της, το «Φιλί από Δυόσμο» της Νατάσσας και του Φάμελλου, «Τα Μικρά Μπαλκόνια» του Σαββόπουλου παρέα με τα «κλασσικά» του, το ομορφότερο soundtrack θαρρείς που γράφτηκε ποτέ –  τόσα κι όλα τόσα. Playlist χωρίς χρονολογίες, μουσικές στα ακουστικά· παρέα μόνιμη παντού.

*τις μελωδίες της Ευανθίας Ρεμπούτσικα σε μια από τις ωραιότερες συναυλίες που ‘χω βρεθεί· ένα καλοκαιρινό βράδυ, κάτω από τα δέντρα.

Ξεχνάω δεκάδες μα μικρή σημασία έχει. Ήταν μια γεμάτη χρονιά το 2014. Είχε πολλές σταθερές είχε και κάποιες προσθήκες. Είχε και ένα νέο μότο· «it is what it is» για όλα αυτά που δεν οφελεί η σπατάλη χρόνου μα και ενέργειας. Είχε και πολλές αποφάσεις. Μα αυτές είναι ξέχωρη ανάρτηση.

Εαν αυτό είναι ο άνθρωπος

Πήρα το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μερικά χρόνια πριν, όταν στο Πανεπιστήμιο παρακολουθούσα ένα μάθημα Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Δε το διάβασα αμέσως, έπειτα κάπως κρύφτηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, το ξαναβρήκα πρόσφατα και χάθηκα στις σελίδες του με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Είτε με τη ματιά του ιστορικού, είτε με αυτή του απλού αναγνώστη, το Ολοκαύτωμα είναι μια περίοδος που δε δύναται να σε αφήσει ασυγκίνητο, αδιάφορο στο έγκλημα που συντελέστηκε, όχι σε κάποια χώρα μακρινή μα μέσα στον πυρήνα της εκβιομηχανισμένης και εκπολιτισμένης Ευρώπης.

Image

Το βιβλίο του Primo Levi είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία, είναι ένα χρονικό της περιόδου που ο ίδιος πέρασε στο Άουσβιτς, ένα από τα γνωστότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης (ή ορθότερα εξόντωσης), είναι ένα ανάγνωσμα που συνίσταται το δίχως άλλο. Μέσα από τις σελίδες του γινόμαστε γνώστες της ασύλληπτης καθημερινότητας που βίωσαν οι κρατούμενοι αλλά και του συνεχούς αγώνα τους για επιβίωση. Βεβαίως, για το Ολοκαύτωμα έχουν γραφτεί πολλά, αυτό όμως που προσδίδει ειδικό βάρος στο βιβλίο του Levi, είναι αφενός η μη ανάλωση του σε φθηνούς εντυπωσιασμούς και εύκολους συναισθηματισμούς, αφετέρου η αυτοβιογραφική του υφή. Ο Primo Levi συνέγραψε το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» μόλις το 1947 – αμέσως μετά την επιστροφή του στην πόλη του, το Τορίνο – και παρότι άργησε να βρει εκδότη, δεν άργησε να καθιερωθεί ως ένα κλασσικό ανάγνωσμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας  γύρω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δομικά και γλωσσικά μπορεί κανείς να εντοπίσει ατέλειες, όμως η συνολική αίσθηση που αφήνει αυτό το βιβλίο, τις διαγράφει από το νου του αναγνώστη. Δεν περιγράφει τις λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων, δε σκορπά λέξεις μίσους. Στο επίμετρο, ο ίδιος εξηγεί «Δεν ανήκω στους ανθρώπους που κλίνουν προς το μίσος (…) Δε θα ήθελα παρόλα αυτά, η απουσία καταδικαστικής κρίσης εκ μέρους μου να ερμηνευθεί σαν γενική άφεση αμαρτιών».

Ορμώμενος από την επιτακτική ανάγκη να κάνει κι εμάς κοινωνούς της φρικτής εμπειρίας του, ανοίγει μια πόρτα στο συναισθηματικό του κόσμο και μας αφήνει να δούμε τις σκέψεις του «Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. (…) Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που του στερούν όχι μόνο τα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και το σπίτι του, τις συνήθειες του, τα ρούχα του, κυριολεκτικά οτιδήποτε του ανήκει: θα είναι πλέον ένας άδειος άνθρωπος, θα οδηγηθεί στην ένδεια και στη θλίψη, θα χάσει την αξιοπρέπεια και τη λογική του, γιατί είναι εύκολο αν χάσεις τα πάντα να χάσεις και τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση, άλλοι θα ορίζουν τη ζωή του και θα αποφασίζουν για το θάνατο του χωρίς κανένα αίσθημα ανθρωπισμού ή στην καλύτερη περίπτωση με μόνο κριτήριο το όφελος. Τότε θα γίνει κατανοητή η διπλή σημασία του όρου “στρατόπεδο εξόντωσης”, θα γίνει κατανοητό τι θέλαμε να εκφράσουμε με αυτή τη φράση: είμαστε στον πάτο».

Κι έπειτα «ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια· είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι· σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στη βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στη σάρκα νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

Και πιο μετά «Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, τη φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά· σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. Είχα μεγάλη, τυφλή, βαθιά εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, το να σκοτώνεις και να πεθαίνεις μου φαινόταν πράγματα ξένα, ότι ανήκαν στη λογοτεχνία. Τις μέρες μου, χαρούμενες και λυπημένες, όλες τις νοσταλγούσα γιατί ήταν μέρες γεμάτες και πλούσιες (…)».

Image

Σταματώ για λίγο σε ένα πολύ ιδιαίτερο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», όπου ο συγγραφέας αποστασιοποιημένος από την τρομερή κατάσταση που βίωσε, εξετάζει το στρατόπεδο συγκέντρωσης σα μια τεράστια κοινωνική και βιολογική εμπειρία και απλώνει μπροστά μας, σα να είμαστε μάρτυρες ενός κοινωνιολογικού πειράματος, όλο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. «Απομονώνονται πίσω από το συρματόπλεγμα χιλιάδες άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής κατάστασης, καταγωγής, γλώσσας, κουλτούρας, διαφορετικών συνηθειών και εδώ τους επιβάλλεται ένας τρόπος ζωής απαράλαχτα επαναλαμβανόμενος, ελεγχόμενος, όμοιος για όλους και κατώτερος των αναγκών τους: είναι ο πιο σκληρός που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας πειραματιστής για να καθορίσει τι είναι έμφυτο και τι επίκτητο στη συμπεριφορά του ανθρώπου-πειραματόζωου στον αγώνα για την επιβίωση». Κι αν στην κανονική ζωή η διάκριση είναι λιγότερο προφανής, εκεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η αβάστακτη μοναξιά του καθενός, έδειξε μέσα από ένα μεγενθυτικό πρίσμα τις διαφοροποιήσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, τις μονάδες που συνθέτουν την κοινωνία.

Ο χρόνος που πέρασε ο Primo Levi στο Άουσβιτς, ο χρόνος  που μετρούσε αλλιώτικα από τον δικό μας, ρίχνει φως σε ένα πλήθος ζητημάτων γύρω από μια ιστορική περίοδο, που όσα επίθετα κι αν αραδιάσουμε δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Με ένα εξαίσιο τελευταίο κεφάλαιο («Ιστορία δέκα ημερών») κλείνει την αφήγηση του, αφήνοντας μας με δεκάδες σκέψεις κι άλλα τόσα ερωτηματικά: Ποιος γνώριζε; Πως έγινε δυνατή η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εξόντωσης στην καρδιά της Ευρώπης; Ποιες ιστορικές συνθήκες επέτρεψαν αυτόν τον όλεθρο; Από πού πηγάζει τόσο μίσος και πώς κατάφερε να μεταλαχθεί σε μια ανεξέλεγκτη παραφροσύνη;

Ερωτήματα που δεν αρκούν ίσως ιστορικές αναλύσεις επί αναλύσεων για να απαντηθούν. Είναι η αδυναμία της λογικής να σταθεί μπροστά στο παράλογο. Ερωτήματα που στέκονται αμείλικτα στο πέρασμα του χρόνου. Μαρτυρίες σαν και αυτή του Primo Levi διατηρούν τη μνήμη ζωντανή, μας θυμίζουν αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσουμε μα μας θυμίζουν και κάτι άλλο: πόσο απαραίτητη είναι η ιστορική γνώση για την κατανόηση της όποιας πραγματικότητας μας. Γιατί η αβίαστη χρήση όρων, όπως για παράδειγμα αυτή του φασισμού, τις κάνει να χάνουν το πραγματικό τους – τρομακτικό- βάρος. Γιατί η αμάθεια, η ημιμάθεια, η άγνοια, η οδηγούν σε μονοπάτια που (εύχομαι πως) κανείς συνειδητά δε θέλει να βαδίσει. Γιατί, μπορεί να ηχεί κοινότυπο αλήθεια, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό, η πηγή των προβληματικών καταστάσεων και η απάντηση στα υπαρκτά μας προβλήματα είναι πάντα η παιδεία. Κι όπως έγραψε και ο Julian Barnes στο «Ένα κάποιο τέλος»* του «(η Ιστορία) είναι μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων». Ας μάθουμε αυτές. Ας μάθουμε από αυτές.

Info:

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (1997), σε μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη. Στην Ιταλία, από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με απαντήσεις του συγγραφέα σε ερωτήματα που προκύπτουν από την ανάγνωση του βιβλίου, τη συνομιλία του Primo Levi με τον Phillip Roth (1986, The New York Review of Books) αλλά και εργοβιογραφία του.

* «Ένα κάποιο τέλος», Julian Barnes, 2011, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης

To κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στο maga.gr στις 19 Απριλίου 2013.  

Ένα θαυμάσιο βιβλίο

Από τους λίγους τομείς που θα έχουν θετικό πρόσημο τη φετινή χρονιά (τουλάχιστον ως τώρα, μιας και έχουμε ακόμα σχεδόν άλλο μισό μέχρι το τέλος της) είναι τα αναγνώσματα της. Βιβλία που με έκαναν να ξεχαστώ, άλλα που με προβλημάτισαν, κάποια που με παίδεψαν, κάποια που δεν μπορούσα να αφήσω στο πλάι – κατά πλειοψηφία τους όμως βιβλία που καταγράφηκαν με υψηλή βαθμολογία στο νοητό σημειωματάριο.

Ένα από αυτά, κι αυτό που διαβάζω τώρα. Το πραγματικά υπέροχο «Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» του Jean Michel Guenassia (εκδ. Πόλις, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου). Σπανίως μιλώ για κάποιο βιβλίο – και δη δημόσια – χωρίς να το έχω τελειώσει, όμως τούτο δω με έχει γοητεύσει από πολύ νωρίς. Άλλωστε και οι απόψεις φίλων και γνωστών που το συνόδευαν, μόνο το επαινούσαν. Πράγμα εξίσου σπάνιο, αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και για αριστουργήματα ο αντίλογος είναι δεδομένος (και λογικό). Το βιβλίο σε προδιαθέτει από την αρχή. Πριν καν το ανοίξεις θα μπορούσα να πω. Ναι, never judge a book by its cover, μα οι Εκδόσεις Πόλις κάνουν εκπληκτική δουλειά με τα εξόχως προσεγμένα βιβλία τους. Δε χαίρεσαι απλά να τα διαβάζεις, χαίρεσαι να τα έχεις στη βιβλιοθήκη σου.

pic1

Η ιστορία του δωδεκάχρονου Μισέλ Μαρινί, σε καθηλώνει, σε κάνει να μη θες να τελειώσουν οι 700 σελίδες της.

Μεταφέρω από το οπισθόφυλλο:

Το 1959 ο Μισέλ Μαρινί είναι δώδεκα ετών. Είναι η εποχή του ροκ-εν-ρολ και του Πολέμου της Αλγερίας. Ο ίδιος είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού «Balto», ενός μπιστρό στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Στην πίσω αίθουσα του μπιστρό θα γνωρίσει τον Ίγκορ, τον Λεονίντ, τον Σάσα, τον Ίμρε και την υπόλοιπη παρέα, πολιτικούς πρόσφυγες από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι άνθρωποι αυτοί εγκατέλειψαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις οικογένειές τους, πρόδωσαν τα ιδανικά και τα πιστεύω τους. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, στη Λέσχη σκακιστών που φιλοξενεί η πίσω αίθουσα του «Balto», όπου συχνάζουν επίσης ο Ζοσέφ Κεσέλ και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Επιπλέον, τους δένει ένα φοβερό μυστικό, που ο Μισέλ τελικά θα το ανακαλύψει. Η γνωριμία με τα μέλη της Λέσχης θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του αγοριού. Γιατί είναι όλοι τους αθεράπευτα αισιόδοξοι.

Πορτρέτο μιας γενιάς, λεπτομερής αναπαράσταση μιας εποχής, γλυκόπικρο χρονικό μιας εφηβείας: ο Jean-Michel Guenassia γράφει ένα μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει τόσο με την ευρύτητα του θέματος που πραγματεύεται όσο και με την αυθεντικότητα που αναδίδεται από τις σελίδες του.

«Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ που απονέμουν οι μαθητές λυκείου και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Περισσότερα υπάρχουν σ’ένα από τα αγαπημένα μου βιβλιοφιλικά blog ΕΔΩ αλλά κι ΕΔΩ

lesxh

Έχω ένα προαίσθημα πως όταν τελειώσω την ανάγνωση του, θα επιστρέψω ακόμα πιο ενθουσιασμένη. Το μόνο βέβαιο είναι πως θα αναζητήσω το νέο βιβλίο του J.M. Guenassia, που κυκλοφόρησε φέτος, και πάλι από τις εκδόσεις Πόλις.

UPDATE: Έχουν περάσει μερικά λεπτά που διάβασα την τελευταία σελίδα του. Θαυμάσιο βιβλίο. Γλυκό μα και συγκινητικό συνάμα. Στα προσεχώς και άμεσα: «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.«.

Summertime.

Μπορεί να μην είμαι η μεγαλύτερη θαυμάστρια του καλοκαιριού (θα με χαρακτήριζα μάλλον «παιδί του χειμώνα») αλλά δε μπορώ να παραβλέψω τις ομορφιές του – κι ας μη μοιάζουν πια τα καλοκαίρια με άλλα. Κι ας συνεχίζω να γκρινιάζω, σχεδόν αδιάκοπα, για τη ζέστη.

Τι αγαπώ σε αυτό;

Τον ήλιο που μπαίνει από τις γρύλιες τα πρωϊνά.

Τον ήχο από τα παγάκια στον παγωμένο καφέ. Παρότι είναι πάντα ο πρώτος καφές της ημέρας ελληνικός.

Τα ανοιχτά παράθυρα. Κι ένα αεράκι να φυσάει.

14

1

00

15

Tη σκιά που βρίσκεις αναπάντεχα έπειτα από βόλτες κάτω από τον καυτό ήλιο.

Τις βουτιές. Σε καταγάλανα νερά. Είτε στις δροσερές θάλασσες του Ιουνίου, είτε στις άλλες τις πιο ζεστές του Αυγούστου.

Ένα τσίπουρο σε ένα καφεναί.

Tην ανέλπιστη καλοκαιρινή μπόρα.

Το παγωμένο κρασί στο μπαλκόνι αφήνοντας πίσω άλλη μια ζεστή μέρα.

Το νησί που ονειρεύεσαι. Κι ας μην πας τελικά.

9

11

Τα τραπεζάκια έξω.

Τα θερινά σινεμά. Πάντα τα θερινά σινεμά.

Τις κουβέντες που ανταλλάσεις σε μπαλκόνια και αυλές. Που είναι αλλιώτικες, πιο ανάλαφρες από τις χειμερινές.

Το καρπούζι, που θαρρείς πως ταιριάζει όλες τις ώρες.

Τα νέα βιβλία που επιλέγεις, τα πιο πολλά αστυνομικά. Που τα διαβάζεις σε νέες γωνιές.

Τα βράδια κάτω από το φεγγάρι.

55

66

16

12

44

Το soundrack με τις μουσικές που αναμιγνύεις για να συνοδεύσουν τους θερινούς σου μήνες.

Που ‘χει μερικά πάντα αγαπημένα:

Summertime, Ella Fitzgerald

Here comes the sun, Nina Simone

The Summer Wind, Madeleine Peyroux

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι, Μανώλης Φάμελλος

Το καλοκαίρι, Παύλος Παυλίδης

Sunnyside, Leftover Cuties

Waitin’ on a sunny day, Bruce Springsteen

Summer Wine, Lana del Rey (φέτος έτσι)

Falling from Grace, The Gentle Waves

Dance me to the end of love, Pieter Embrechts

Love me do – The Beatles

Santa Fe, Beirut

I want the world to stop, Belle & Sebastian

Ακρογυαλιές Δειλινά, Ελεονώρα Ζουγανέλη & Imam Baildi

Που ‘χει κι άλλα.

Και φυσικά την πόλη που γίνεται διαφορετική. Που φορά τα καλοκαιρινά της κι αλλάζει ρυθμούς. Κι ανάβει τα φώτα της το βράδυ προσκαλώντες σε να την περπατήσεις.

33

«Ό,τι αξίζει…»

1

Update: Πρωτοείδα την «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» μερικά χρόνια πριν και είχα εντυπωσιαστεί: από το κείμενο, από τη σκηνοθεσία μα κυρίως από την ερμηνευτική δεινότητα της Νένας Μεντή. Θαυμάσια ηθοποιός, θαρρείς πως σε τούτη την παράσταση παραδίδει σεμινάριο υποκριτικής. Την ξαναείδα σήμερα (αν και σπανίως ξαναβλέπω την ίδια παράσταση). Και είμαι το ίδιο εντυπωσιασμένη.

Παρακάτω το κείμενο που είχα γράψει τότε. Και που σήμερα δε θα άλλαζα ούτε λέξη – εκτός από την ημερομηνία.

Χρόνος: βράδυ Πέμπτης. Τόπος: Γνωστό θέατρο της πόλης. Η παράσταση: ένας μονόλογος. Τιμή εισιτηρίου: κανονική (για τα θεατρικά δεδομένα). Κι όμως. Δεν έπεφτε καρφίτσα! Τι κι αν ήταν καθημερινή, τι κι αν πρόκειται για ένα δύσκολο είδος, τι κι αν είμαστε εν μέσω κρίσης. Ένα κατάμεστο θέατρο έστελνε το μήνυμα: Το κοινό στηρίζει την τέχνη παρά τους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Και φαίνεται πρόθυμο να στηρίξει και να χειροκροτήσει ό,τι θεωρεί πως αξίζει,  να ξεπεράσει τα εμπόδια που θέτει η καθημερινότητα και να τροποποιήσει όσο δύναται τις προτεραιότητες του.

Θα γίνω πιο συγκεκριμένη. Αναφέρομαι στην «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», το μονόλογο με θέμα τη ζωή της γνωστής στιχουργού που έχει υπογράψει πολλά λαϊκά ακούσματα που «μυρίζουν» Ελλάδα. Η «γιαγιά Ευτυχία» παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια της εγγονής της σε ένα βιβλίο* που χάριν της αμεσότητας που του προσδίδει η προσωπική μαρτυρία, έγινε θεατρικό. Μέσα από μια πολυεπίπεδη αφήγηση επενδυμένη με τα γνωστότερα των τραγουδιών της, σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ευτυχίας αλλά και η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Από τη Μικρά Ασία, τον ξεριζωμό, τα μπουλούκια και τους θιάσους, στο ρεμπέτικο τραγούδι. Στους στίχους και τις νότες της Ευτυχίας. Πόνος, οράματα, προσωπικά βιώματα, απώλειες, σκέψεις, συναισθήματα, γεγονότα – όλα γίνονται «μαγιά» για τα τραγούδια που έγραψε η πολυδιάστατη αυτή προσωπικότητα. Τραγούδια που «έντυσαν» τούτο το μονόλογο μα και τα πλάνα της ζωής όλων μας – παλαιότερων αλλά και νεότερων.

Η παράσταση ξεδιπλώνεται με «συνομιλίες» της Ευτυχίας με τα πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή (αλλά και το έργο) της: τη Μαρίκα Κοτοπούλη, το Γιώργο τον άντρα της, τη Μαίρη την κόρη της, τον Τσιτσάνη, το Χιώτη, τη Ρέα την εγγονή της και τη Μαριόγκα τη μητέρα της.

Όμως το έργο δεν ξεχωρίζει μόνο για την τόσο καλοστημένη διήγηση της πολυκύμαντης αυτής ζωής. Μένει στο μυαλό όλων για το ρεσιτάλ ερμηνείας της Νένας Μεντή. Άφωνο – χωρίς καμία απολύτως δόση υπερβολής – το κοινό στέκεται και παρακολουθεί την εξαίρετη, τη θαυμάσια αυτή ηθοποιό να ξεδιπλώνει τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Συγκίνηση και κατόπι γέλιο. Δράμα και κωμωδία. Μέσα από την εξαίσια εναλλαγή των συναισθημάτων παρασύρει το κοινό μαζί της – κλαίει και γελάει παρέα της με διαφορά μερικών λεπτών μόλις. Και ύστερα τη συνοδεύει κι αυτό ψιθυριστά στα τραγούδια της Ευτυχίας. Για 100 λεπτά η κ. Μεντή καταφέρνει να εντυπωσιάσει – όπως ακριβώς είχε κάνει και πέρυσι με την «Εκάβη» της στο «Τρίτο Στεφάνι» του Εθνικού. Και να αποδείξει τον σημαίνοντα ρόλο του ταλέντου σε έναν καλλιτέχνη,  θέτοντας ίσως τον πήχη και τα όρια – σε μια εποχή μάλιστα που αυτά φαίνεται να καταργούνται και ο καθείς διεκδικεί τίτλους που δε δικαιούται.

Ορμώμενη από την ομολογουμένως έξοχη αυτή παράσταση αλλά και το πρωτοφανές – τουλάχιστον για τη  γράφουσα – φαινόμενο του κοινού να χειροκροτά όρθιο για αρκετά λεπτά, αναρωτιέμαι για τη δυναμική της τέχνης: πόσο και πως αυτή επηρεάζεται τελικά από την κρίση. Αναρωτιέμαι επίσης για τη σημασία της εμπορικής απήχησης ενός έργου. Όπως κι αν έχει, τη στιγμή που πολλοί διατείνονται έλλειψη θεατρικής – αλλά και αναγνωστικής – παιδείας στη χώρα μας, βρίσκω άκρως αισιόδοξο το ότι νούμερα (με τους όρους που προσμετράμε τουλάχιστον την εμπορική επιτυχία) αλλά και αναγνώριση δε γνωρίζουν μόνον τα «νούμερα» αλλά άτομα με ψυχή, άφθονο ταλέντο, καλλιτεχνική υπόσταση, ιδέες, όραμα και έργο άξιο αναφοράς.

Info:

• Συντελεστές:  Μονόλογος του Πέτρου Ζούλια, Σκηνοθεσία: Π. Ζούλιας
Ερμηνεύει: Νένα Μεντή.
Σκηνικά κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλης
Επιλογή τραγουδιών: Ελεάνα Βραχάλη
Μουσική επένδυση: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Φωτογραφίες: Γιώργος Καβαλλιεράκης

• Ρέα Μανέλη, «Η γιαγιά μου η Ευτυχία», 2003, Εκδόσεις Άγκυρα.

Info:

Το έργο παρουσιάστηκε για τρία χρόνια στην Αθήνα και  δυο φορές στη Θεσσαλονίκη, με μεγάλη επιτυχία. Συγκέντρωσε διθυραμβικές  κριτικές από όλα σχεδόν τα ΜΜΕ και τιμήθηκε με 4 βραβεία «κοινού» του Αθηνοράματος:
1ο Βραβείο καλύτερης παράστασης
1ο Βραβείο Σκηνοθεσίας
1ο Βραβείο γυναικείου ρόλου
3ο Βραβείο Φωτισμών

Κι ένα κλιπ με αποσπάσματα από την παράσταση:

Τα αγαπημένα του δώδεκα

Τα ντά! Όπως απαιτεί και η παράδοση ετών (καλά όχι και τόσων πολλών), λίίίγο πριν φύγει ο παλιός ο χρόνος κι έρθει ο νέος, μαζεύω τα καλύτερα (μου) της χρονιάς που πέρασε (το γνωστό – my best of everything 2012).  Άλλωστε ως huuuuuuuge fan των λιστών, δεν γινόταν να κάμω αλλιώς. Κι όπως κι άλλοτε, έτσι και φέτος, αυτά τα καλύτερα δεν κυκλοφόρησαν αποκλειστικά μέσα στο 2012, απλά εγώ τώρα τα ανακάλυψα/άκουσα/ειδα/διάβασα και τα ξεχώρισα. Κι αν το πιο tricky όταν προσπαθείς να κάνεις «απολογισμό» χρονιάς, είναι ότι έρχονται στο νου τα των τελευταίων μηνών και σχεδόν ξεχνάς όσα έγιναν τους πρώτους μήνες, θα προσπαθήσω να αντισταθώ – και να θυμηθώ. Σημασία έχει πως σε μια χρονιά σαν και τούτη, εμείς συνεχίσαμε να μιλάμε και να ασχολούμαστε (και) με όσα αγαπάμε: ταινίες, βιβλία, μουσικές. So, let’s see!

Αγαπημένες αναγνώσεις:

Η αγαπημένη μου κατηγορία, πρώτη! Φέτος ήταν η χρονιά που διάβασα πολύ ωραία βιβλία. Δυστυχώς, όχι πολλά περισσότερα από το 2011 – αν και θα το ‘θελα. Επίσης, ήταν η χρονιά που εισήγαγα στη ζωή μου τα e-books. Δεν ξετρελάθηκα, αν και είναι μέγιστη διευκόλυνση. Νομίζω πως θα αγαπώ πάντα τη χάρτινη version. Tέλος, ήταν η χρονιά που επέστρεψα σε αρκετά ξαναδιαβασμένα βιβλία – σταθερές μου.

Στα καλύτερα του λοιπόν, το 2012 ήταν σημαντική αναγνωστική χρονιά για μένα, πρωτίστως γιατί γνώρισα τον Jonathan Coe. Θα μου πεις «Που ζεις;» και πολύ καλά θα μου πεις, γιατί ο κ. Κόου είναι δημοφιλέστατος εντός κι εκτός και είναι και υπέροχος συγγραφέας. Αλλά εμένα κάπως-να-δε-ξέρω-πως μου ξέφυγε. Δε τα διάβασα ακόμη όλα του, αλλά εντυπωσιάστηκα από το «Τι ωραίο πλιάτσικο!». Εκπληκτικό.

The Book of the year

Eξίσου εντυπωσιακό κι αμέσως αγαπημένο, ήταν το βραβευμένο με Booker «Ένα κάποιο τέλος» του Julian Barnes. Aπολαυστικό βιβλίο στο οποίο σίγουρα θα επιστρέψω για δεύτερη ανάγνωση. Ένα ακόμη βιβλίο που με καθήλωσε ήταν το «Room» της Emma Donoghue. Αναμενόμενα, αγάπησα το «Για την αγάπη της γεωμετρίας», το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου. Και λέω αναμενόμενα, γιατί όσοι με γνωρίζουν, γνωρίζουν επίσης πως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πολύ αγαπημένες μου συγγραφείς. Επίσης, ήταν μια καλή χρονιά για τα αστυνομικά μυθιστορήματα και δη για τη σκανδιναβική λογοτεχνία, με τους Camilla Lackberg και Jo Nesbo να μονοπωλούν το ενδιαφέρον μου, ωστόσο, τις εντυπώσεις στην ευρεία αυτή κατηγορία κέρδισε το εξαίσιο «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» της Gillian Flynn. Τέλος, από τα non-fiction, το «Έλλη Λαμπέτη, η τελευταία παράσταση» της Φρίντας Μπιούμπι, ήταν αυτό που με κράτησε ξάγρυπνη, μιας και το διάβασα απνευστί. Είχα γράψει και ένα σχετικό ποστ εδώ.

Book

Αγαπημένες μουσικές:

— Οι νέοι δίσκοι (2) της Χαρούλας. Ο ένας, διπλός, είναι μια εκ των παραστάσεων που έδωσε παρέα με τη Δήμητρα Γαλάνη στο Παλλάς. Τον άκουσα πάμπολλες φορές το καλοκαίρι. Από τα ακουστικά, στο μπαλκόνι, να χαζεύω τριγύρω.  Τον ξανάκουσα σχεδόν ολόκληρο live, κάπου στο τέλος του Αυγούστου, σε μία από τις συναυλίες του tour τους. Μπορεί πολλά να έχουν αλλάξει από τότε που οι δυό τους τραγουδούσαν «Τα τραγούδια της χθεσινής μέρας», όμως αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η ψυχή που έχουν τα τραγούδια τους. Εξαιρετική και η κ. Γαλάνη, δε λέω, αλλά η κ. Αλεξίου θα είναι πάντα η μεγάλη αδυναμία. Και πάντα θα λατρεύω τις συναυλίες της όσο και τους δίσκους της. Speaking of which, πάμε στο δεύτερο album της. Πέρα για πέρα διαφορετικό ύφος με σαφή ροπή στο πιο λαϊκό και σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη. Μια γεύση (κοινώς, δύο απ’ αυτά που ξεχώρισα):

Οι Στιγμές

Δεδομένο

— Οι Leftover Cuties και τα πιο πολλά ριπίτ σε τραγούδι like ever.

Tους αγάπησα από την πρώτη ακρόαση. Ανακαλύψτε τους, αξίζει.

Tα μισά views και παραπάνω, είναι δικά μου:

–«Οι μέρες του φωτός».

Aν δεν έχεις ακούσει τη Νατάσσα Μποφίλιου, κάντο αμέσως. Τώρα. Εντάξει, αφού διαβάσεις όλο το ποστ. Αλλά κάντο. Προσωπικά, θεωρώ πως είναι από τις ωραιότερες φωνές που έχουν ακούσει τα αυτιά μου. Και τούτη η φωνή συνδυασμένη με τους θεσπέσιους στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και τις υπέροχες μουσικές του Θέμη Καραμουρατίδη, κάνει θαύματα. Όσο για τα live της, σε διαπερνά μια ενέργεια μοναδική. Στις ερμηνευτικά απίστευτες παραστάσεις της βλέπεις το μεράκι, την αισθητική, το συναίσθημα, το ταλέντο να ξεχειλίζουν, να σε παρασέρνουν, να σε αφήνουν έκθαμβο. Τη χρονιά που πέρασε, οι τρεις τους έβγαλαν ένα δίσκο, τις «Μέρες του Φωτός». Δε θα πω τίποτα, θα σε προτρέψω να τον ακούσεις ολόκληρο. Να ένα μικρό δείγμα:

Η Καρδιά Πονάει Πάντα Όταν Ψηλώνει

Αλλά και το τραγούδι που που έχω χιλιολατρέψει.

— Οι Minor Project. Που έβγαλαν τούτο ΕΔΩ το καταπληκτικό. Και με τους οποίους είχα τη χαρά και την τιμή να συνομιλήσω, σε μια συνέντευξη που δημοσιεύθηκε ΕΔΩ.

— Οι νέοι στίχοι της Νικολακοπούλου ερμηνευμένοι από την Αργυρώ Καπαρού.

…»Μια νύχτα που μεγάλωσα
Στιχάκι μου σε μπάλωσα
Σ’ έφτιαξα, σε φόρεσα
Γιατί είσαι ότι μπόρεσα
Να κλέψω απ’ την αγάπη

Και μου ‘διναν τα κύματα
Πολλά χειροκροτήματα
Μέχρι που ξημέρωσε
Και η καρδιά ημέρωσε
Σε τούτο το παγκάκι

Αν δε σε βρουν χαράματα πώς θες ν’ ακούς τ’ αηδόνια
Η αγάπη πέντε γράμματα μα τα μαθαίνεις χρόνια..

Αν Δε Σε Βρουν Χαράματα

Και το πιο αγαπημένο μου: Πες μου

Aγαπημένος σινεμάς:

Την εποχή που γράφω αυτό το ποστ, δεν έχω δει πολλές ταινίες. Αμέσως μετά τις γιορτές ξεκινά για μένα η προ-οσκαρική περίοδος, όπου συνωστίζονται απανωτές προβολές, σημειώσεις, κριτικές και βραδιές κινηματογράφου. Με μια πρώιμη όμως ματιά, το 2013 ήταν μια καλή χρονιά για σινεμά. Γιατί είχε: το «Medianeras» του Gustavo Taretto, το «Poulet aux Prunes» της Μarjane Satrapi με το αξεπέραστο τελευταίο δεκάλεπτο, το «Untouchables» των Olivier Nakache και Eric Toledano, το «Extremely Loud and Incredibly Close» του πολύαγαπημένου μου Stephen Daldry, το «Amour» του Michael Haneke. Kι είχε και δύο παλαιότερες ταινίες, που δεν είχα δει και δεν ήξερα τι έχανα: το «Driving Miss Daisy» του Bruce Beresford και το «Eternal Sunshine of a Spotless Mind» του Michel Godry. Kαι έπεται και συνέχεια…

medianeras

Αγαπημένες σειρές:

Αυτή κι αν είναι αγαπημένη κατηγορία! Kαι τι δεν είχε το ’12: Παλιές αγάπες (που πήγαν στον Παράδεισο) – άλλες με μέτριο τέλος (όπως το «Desperate Housewives») κι άλλες με φανταστικό τελευταίο επεισόδιο (όπως το «Damages»), λατρεμένες σειρές που συνέχισαν την ανοδική πορεία τους (βλ. «Dexter», «Homeland», «Big Bang Theory» και «Grey’s Anatomy») και νέες που προστέθηκαν στη λίστα (όπως το εξαίσιο «Downton Abbey»). Ανάμεσα τους κανά δυό που δεν αλλά και κάποιες παλιότερες που είδα από το πρώτο εως το τελευταίο επεισόδιο («Brothers and Sisters» και «Mistresses»). Α, και επειδή στις «Χρυσές Σφαίρες» πάνε μαζί, να πω πως ξεχωρίζω το αμιγώς πολιτικό «Game Change» που ανήκει στην κατηγορία tv-movie.

Αγαπημένα blog(s) κι ιστοσελίδες:

Μια πανάρχαιη (εχμ) παροιμία λέει πως «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει». Οπότε, πρώτο και καλυτερότερο όλων (sic) είναι το maga.gr, στην παρέα του οποίου έχω τη μεγάλη χαρά να ανήκω. Ακόμη, σταθερά αγαπημένα είναι τα βιβλιοφιλικά blog του Lou Read και της Αγιάτης αλλά και η σελίδα του Μανώλη Ανδριωτάκη που με το εξαιρετικό του  GARAGEbooks συστήνει ένα διαφορετικό και πρωτότυπο φορμάτ εκπομπών. Last but not least, τα γεμάτα υπέροχες φωτογραφίες brown dress with white dots και  Kiyoaki.

Αγαπημένη απονομή:

Αν διαβάζεις αυτό το blog (ή αν με ξέρεις) τότε θα γνωρίζεις σίγουρα τη λατρεία μου για τις κινηματογραφικές απονομές. Ναι, ναι, κάθε χρόνο (από το 1998) παρακολουθώ τις «οσκαρικές» ταινίες, διαβάζω αρειμανίως κριτικές και προβλέψεις και συμμετέχω στην ολονυχτία των απονομών, που στην Ελλάδα ξεκινούν περίπου στη 1 το ξημέρωμα (αν υπολογίσουμε και το κόκκινο χαλί – που το υπολογίζουμε βεβαίως). Τα τελευταία χρόνια δε, υπάρχει live tweeting και από τους Έλληνες χρήστες του Twitter με άπειρα σχόλια και απίστευτο γέλιο αλλά και προβολές των βραβείων σε σκοτεινές αίθουσες (π.χ. στο «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης). Αν επίσης διαβάζεις αυτό το blog (ή αν με ξέρεις), τότε θα γνωρίζεις ότι είμαι huge fan της Meryl Streep. Kαι τώρα συνδύασε αυτά τα δύο και θα καταλάβεις γιατί στην περσινή απονομή είχαμε πάρτυ!

meryl

Τρίτο Όσκαρ, αυτή τη φορά για τη «Σιδηρά Κυρία» της («The Iron Lady»). Tι κι αν εδώ είχε ξημερώσει, τι κι αν από τις πολλές διαφημίσεις κοντεύαμε να ξεχάσουμε ότι γίνεται απονομή. Άξιζε.

Αγαπημένες ραδιοφωνικές περιηγήσεις:

Το 2012 ήταν η χρονιά που απαρνήθηκα για τα καλά την τηλεόραση και που άκουσα περισσότερο ραδιόφωνο από ποτέ. Κι αν ο Δίεση και ο Μελωδία παραμένουν σταθεροί, σε αυτούς προστέθηκαν ο Pepper, οι εκπομπές του Τσιτσόπουλου στον θεσσαλονικιώτικο Republic κι αυτές του Τζούμα στον Εν Λευκώ αλλά και οι διαδικτυακοί Radio Maga και Amagi Radio.

Αγαπημένες συνήθειες:

Το SOUL. Κάθε μήνα.

Η AthensVoice τα απογεύματα της Τετάρτης, ψηφιακά.

Tα πρωϊνά με καφέ κι εφημερίδα. Ειδικά αυτά της Κυριακής.

Sunday Morning Cluedo Night(s)

Τα βράδια με επιτραπέζια (ειδικά όταν νικάω).

Το #PhotoBookTuesday στην εξαίσια αυτή σελίδα.

Το ΤΙΔΑΜΕΛΕ

Το ροζέ κρασί να συντροφεύει στιγμές και κουβέντες.

Σε μια χρονιά σαν και τούτη που περάσαμε, αυτές οι αποδράσεις ήταν πέρα για πέρα πολύτιμες. Εύχομαι το 2013 να είναι μια υπέροχη χρονιά γεμάτη με χαμόγελα κι αγάπη αλλά και γεμάτη με βιβλία, σινεμά, μουσικές. Και του χρόνου. Με υγεία.

Χειμώνας είναι.

Ναι, μπορώ να καταλάβω γιατί οι περισσότεροι αγαπούν το καλοκαίρι.

Είναι οι αμμουδιές, η θάλασσα, τα παγωτά, ο ήλιος – η ξεγνοιασιά. Ομορφιές προφανείς.

Κι όμως. Κι ο χειμώνας έχει δεκάδες. Ομορφιές κρυμμένες. Που θέλουν χρόνο να τις ανακαλύψεις, να τις εκτιμήσεις, να τις αγαπήσεις.

winter6

winter1

winter2

Είναι εκείνα τα πρωϊνά που θες να χωθείς πιο βαθιά κάτω από το πάπλωμα.

Και οι κρύες νύχτες που θες να ζεστάνεις.

Είναι τα κάστανα που βγαίνουν από τη φωτιά για να συνοδέψουν το κρασί σου.

Κι οι στιγμές που τρέχεις να χωθείς σε ένα σινεμά. Ή σε ένα βιβλιοπωλείο. Έστω για να χαζέψεις.

Είναι οι χειμωνιάτικες εικόνες που έχουν γίνει φόντο στις πιο αγαπημένες ταινίες.

Και τα σκουφιά και τα κασκόλ.

Είναι ο ζεστός καφές.  Η μυρωδιά του που αναμιγνύεται με εκείνη του κρύου αέρα. Η κούπα που κρατάς με παγωμένα χέρια.

Είναι τα γλυκά. Οι προετοιμασίες. Τα φώτα που στολίζουν τις πόλεις. Τα Χριστούγεννα.

Και τα βράδια εκείνα που γεμίζουν με ταινίες και με σπιτικά ποπ-κορν για να τις συνοδεύουν.

Είναι τα δώρα που παίρνεις και που δίνεις, ακόμα κι όταν δεν έχεις.

Και τα χέρια που μπερδεύονται και κρατιούνται σφιχτά για να ζεστάνει το ένα το άλλο.

Είναι τα μάλλινα πουλόβερ.

Κι ο ρομαντισμός που ξεπηδά άξαφνα και σε κάνει να θες να δεις το «Love Actually». Ξανά.

winter18

winter17

winter4

winter15

winter8

winter10

Είναι οι βροχέρες βόλτες σε άδειους δρόμους. Που τους περπατάς για να αναπνέεις.

Και τα ζεστά ρούχα που φοράς το ένα πάνω στο άλλο. Κι οι χρωματιστές κάλτσες που φτάνουν ως το γόνατο.

Κι οι μακριές πιτζάμες.

Είναι ο ύπνος που σε παίρνει δίπλα στο τζάκι.

Και τα λεπτά του πρωϊνού ξυπνήματος που θες να παρατείνεις.

Κι ο ήχος της καφετιέρας λίγο μετά.

Είναι οι λίγοι στα σπίτια που γίνονται περισσότεροι. Και τα απογεύματα που περνούν με επιτραπέζια.

Είναι οι σηκωμένοι γιακάδες στα παλτό και τα χέρια στις τσέπες. Και να χαμογελάς γιατί θυμάσαι τούτο.

Είναι τα χειμωνιάτικα μαγαζιά και το ουίσκι που παραγγέλνεις.

Κι οι λίστες με τα καλύτερα. Και τα χειρότερα.

Είναι οι διαφωνίες για τις ταινίες της χρονιάς και λίγο μετά τα κινηματογραφικά βραβεία.

Είναι οι απλόχερες αγκαλιές.

Κι η νοσταλγική διάθεση που φέρνει τραγούδια από άλλες εποχές στα ακουστικά σου.

Είναι τα βιβλία που διαβάζεις δίπλα σε τζάμια που πέφτει πάνω τους η βροχή. Κι εκείνα δίπλα σε παράθυρα που κοιτούν χιονισμένους δρόμους.

winter11

winter7

winter9

Ίσως και να μην  είναι πάντα έτσι. Ίσως τα καλοκαίρια και οι χειμώνες μας να είναι αλλιώτικα απ’ τις εικόνες του μυαλού μας ή τις φωτογραφίες που ανακαλύπτουμε. Μα σα τις σκεφτόμαστε, οι εποχές γλυκαίνουν. Και πόσο ανάγκη έχουμε από αυτή τη γλύκα. Ειδικά τώρα. 

Κι άλλωστε…κι αν δεν είναι, μπορούν πάντα να γίνουν. Έτσι. Ή όπως θέλεις.